Οι εταιρείες και οι κυβερνήσεις εκδίδουν ομόλογα με σκοπό να δανειστούν μεγάλα χρηματικά ποσά και συνεπώς να αντλήσουν κεφάλαια. Στη συνέχεια οι επενδυτές τα αγοράζουν (δίνοντας έτσι στους εκδότες χρήματα). Τα ομόλογα έχουν προκαθορισμένη ημερομηνία λήξης. Αυτό σημαίνει ότι σε κάποιο χρονικό σημείο ο εκδότης των ομολόγων πρέπει να επιστρέψει τα χρήματα στους επενδυτές.

Οι αξιολογήσεις των ομολόγων είναι συγκεκριμένοι βαθμοί που δίδονται στα ομόλογα βάσει της φερεγγυότητας της κυβέρνησης, του δήμου ή της εταιρείας που τα εκδίδει. Οι αξιολογήσεις διενεργούνται από ανεξάρτητους οργανισμούς αξιολόγησης (στις Ηνωμένες Πολιτείες οι μεγαλύτεροι είναι ο«Standard & Poor’s» και ο «Moody’s Investors Service») και γενικά κυμαίνονται από ΑΑΑ έως D. Στα ομόλογα με βαθμολογίες από ΑΑΑ έως ΒΒΒ αποδίδεται ένας “επενδυτικός βαθμός” , καθιστώντας τα κατάλληλα για αγορά από τράπεζες και άλλα ιδρύματα. Ομόλογα με βαθμολογίες κάτω από BBB θεωρούνται “σκουπίδια”.

Ένα ομόλογο είναι σαν ένα δάνειο. Ως τμήμα ενός διαφοροποιημένου χαρτοφυλακίου, τα ομόλογα μπορούν να σας βοηθήσουν να διαχειριστείτε τις διακυμάνσεις της αγοράς και να δημιουργήσετε εισόδημα. Οι τιμές των ομολόγων αυξάνονται και μειώνονται. Το επιτόκιο είναι ο σημαντικότερος παράγοντας που επηρεάζει την αξία του ομολόγου. Όταν μειώνονται τα επιτόκια, η αγοραία τιμή των υφιστάμενων ομολόγων αυξάνεται επειδή τα σταθερά επιτόκιά τους μπορεί να είναι πιο ελκυστικά στην αγορά από τα επιτόκια των νέων εκδόσεων. Ομοίως, όταν αυξάνονται τα επιτόκια, η τιμή αγοράς των υφιστάμενων ομολόγων με χαμηλότερα σταθερά επιτόκια τείνει να μειωθεί. Ο πληθωρισμός μπορεί να διαβρώσει την αγοραστική δύναμη των εσόδων από τόκους. Γενικά, τα ομόλογα με μεγαλύτερες διάρκειες είναι πιο ευάλωτα στον πληθωρισμό από ό, τι τα ομόλογα μικρότερης διάρκειας. Οι γενικότερες οικονομικές συνθήκες ενδέχεται να οδηγήσουν σε διακυμάνσεις των αξιών των ομολόγων – ιδιαίτερα των εταιρικών ομολόγων. Μια οικονομική αλλαγή που επηρεάζει δυσμενώς τον κύκλο εργασιών μιας επιχείρησης μπορεί να μειώσει την δυνατότητα μιας εταιρείας να καταβάλει τόκους ή κεφάλαια.

Τα ομόλογα μπορούν να αποτελέσουν αντικείμενο διαπραγμάτευσης στην αγορά ακριβώς όπως οι μετοχές, και συνήθως πληρώνουμε μια προμήθεια σε έναν χρηματομεσίτη όταν αγοράζουμε ή όταν πωλούμε ένα ομόλογο. Υπάρχει, ωστόσο, μία εξαίρεση. Μπορούμε να αγοράσουμε κρατικά ομόλογα των Η.Π.Α. απευθείας μέσω του Federal Reserve System, οπότε δεν χρειαζόμαστε χρηματιστή και δεν επιβαρυνόμαστε με τίμημα πέραν της τιμής αγοράς του ομολόγου.

Τα αμοιβαία κεφάλαια ομολόγων που πωλούνται μέσω εταιρειών επίσης χρεώνουν ένα τέλος πώλησης. Μπορείτε επίσης να αγοράσετε μια ποικιλία κεφαλαίων μέσω των περισσότερων χρηματιστηριακών εταιρειών στο διαδίκτυο.


Τα ομόλογα θεωρούνται γενικά ασφαλέστερες επενδύσεις από τις μετοχές. Επιπλέον, τα υφίστανται μικρότερη καθημερινή μεταβλητότητα από τις μετοχές και οι πληρωμές τόκων των ομολόγων είναι μερικές φορές υψηλότερες από το γενικό επίπεδο των πληρωμών μερισμάτων. Επιπλέον πληρώνουν τακτικά τους τόκους, έτσι ώστε συμβάλουν στη δημιουργία σταθερής και προβλέψιμης ροής εισοδήματος στις αποταμιεύσεις σας. Τα κρατικά ομόλογα των ΗΠΑ θεωρούνται διεθνώς ως οι ασφαλέστερες και πιο ευέλικτες επενδύσεις. Τα βραχυπρόθεσμα ομόλογα είναι ένα ιδιαίτερα ελκυστικό επενδυτικό προιόν για μια τοποθέτηση έκτακτης ανάγκης, ή για χρήματα που θα χρειαστείτε σχετικά σύντομα.