Η εργασιακή ασφάλεια είναι η διασφάλιση ενός εργαζόμενου αναφορικά με τη συνέχεια της αμειβόμενης απασχόλησής του και προκύπτει από τους όρους της ατομικής σύμβασης, από τις συλλογικές συμβάσεις και από την επίσημη νομοθεσία που εμποδίζει τον αυθαίρετο τερματισμό της εργασιακής σχέσης, τις αναιτιολόγητες απολύσεις και τα lockout (εργοδοτική ανταπεργία).

Η απάντηση στο κατά πόσον η εργασιακή ασφάλεια επηρεάζει την αποδοτικότητα των εργαζομένων δεν είναι απλή και μονοσήμαντη. Οι έρευνες έχουν καταδείξει ότι σε χαμηλό και σε εξαιρετικά υψηλό βαθμό εργασιακής ανασφάλειας, τα άτομα έχουν καλύτερες εργασιακές επιδόσεις από ό,τι σε μέτρια επίπεδα ανασφάλειας.

Στα πανεπιστήμια, η επίδραση της υπαλληλικής μονιμότητας είναι διττή. Κατά πρώτον παρατηρείται αξιοσημείωτη πτώση της παραγωγικότητας αμέσως μετά τη μονιμοποίηση των καθηγητών με ~20% λιγότερες δημοσιεύσεις από τις προβλεπόμενες, σε σύγκριση με τη μη μονιμότητα. Δεύτερον, ο περαιτέρω ρυθμός αύξησης της παραγωγικότητας μειώνεται και μεταπίπτει από την ετήσια αύξηση σε σχεδόν μηδενική αύξηση. Άρα, οι ακαδημαϊκοί μεταβάλλουν τη συμπεριφορά τους και μειώνουν την αποδοτικότητά τους μετά την εγγύηση της θέσης. Τα δεδομένα δείχνουν μείωση της παραγωγικότητας ιδίως κατά το έτος αμέσως μετά τη μονιμοποίηση και συνεχή περαιτέρω μειωμένη παραγωγικότητα αντί της πτώσης που παρατηρείται αμέσως μετά τη μονιμοποίηση. Τα ευρήματα δεν αναφέρονται στην ποιότητα του παραγόμενου έργου, αλλά υποδηλώνουν ότι εάν τα πανεπιστήμια επιθυμούν να μεγιστοποιήσουν την αποδοτικότητα των καθηγητών, θα πρέπει ενδεχομένως να τροποποιήσουν τον θεσμό της μονιμότητος.

Παρόμοια ευρήματα προέκυψαν σχετικά με τις θέσεις εργασίας στον ιδιωτικό τομέα. Ο μέσος αριθμός ημερών απουσίας υπερτριπλασιάζεται μόλις μειωθεί η πιθανότητα απόλυσης. Ως εκ τούτου, στις μελέτες αυτές η εργασιακή ασφάλεια του εργαζόμενου είχε σαφή αρνητικό αντίκτυπο στην παραγωγικότητά του.

Από την άλλη πλευρά, διαπιστώθηκε ότι η εργασιακή ανασφάλεια συνδέεται με αυξημένη κόπωση, εξάντληση, μειωμένη αποτελεσματικότητα και ασθενέστερη οργανωτική δέσμευση, έχοντας επίπτωση στην υγεία και στην ποιότητα ζωής, με αρνητικές επιπτώσεις μακροχρόνια. Επομένως, οι μακροπρόθεσμες επιπτώσεις της εργασιακής ανασφάλειας στην απόδοση είναι δυσμενείς, καθώς κανείς δεν μπορεί να συνεχίζει να υπεραποδίδει για χρόνια. Έτσι, οι ερευνητές συνιστούν να μην χρησιμοποιείται γενικά η εργασιακή ανασφάλεια ως εργαλείο κινητροδότησης. Όταν οι εργαζόμενοι δεν αισθάνονται ασφαλείς, το άγχος και τα αρνητικά συναισθήματα επηρεάζουν δυσμενώς την απόδοσή τους.

Η εργασιακή ανασφάλεια είναι αναπόφευκτη στην τρέχουσα αγορά εργασίας, οπότε αναζητούνται οι στρατηγικές παρέμβασης που θα αποφέρουν τα καλύτερα δυνατά αποτελέσματα. Σε κάποιες μελέτες η αυξημένη εργασιακή ανασφάλεια σε συνδυασμό με υποαπόδοση δεν ίσχυε σε εταιρείες με υψηλόεπίπεδο οργανωτικής δικαιοσύνης και δίκαιη μεταχείριση των εργαζομένων. Ωστόσο, τα ευρήματα δεν ήταν τόσο πειστικά όσο τα έντονα συναισθήματα εργασιακής ανασφάλειας που είχαν ως αποτέλεσμα μειωμένες επιδόσεις. Η αυξημένη εργασιακή ανασφάλεια οδηγεί σε αρνητικά συναισθήματα σχετικά με την εργασία και συνεπώς μειωμένη συμμετοχή, δοτικότητα και διάθεση προσφοράς (engagement). Αυτό σημαίνει ότι η εργασιακή ανασφάλεια δεν μεταφράζεται αυτόματα σε μειωμένη απόδοση, όταν οι εργαζόμενοι εξακολουθούν να αισθάνονται θετικά για το παραγόμενο έργο και το περιβάλλον δουλειάς παραμένει γόνιμο και ευχάριστο. Μόνο όταν συνυπάρχουν εργασιακή ανασφάλεια και αρνητικά συναισθήματα μειώνεται σημαντικά η αποδοτικότητα.

Συγγραφέας κειμένου: Ι.  Νούσκας