Μέσω της χρήσης των εφαρμογών κοινωνικής δικτύωσης και ιδίως της εφαρμογής TikTok η γενιά Gen-Z φαίνεται να διαμορφώνει το δικό της λεξιλόγιο με ιδιαίτερες ορολογίες που συνεχώς πληθαίνουν. Για να μπορέσει πλέον κανείς να παρακολουθήσει τις γλωσσολογικές εξελίξεις, χρειάζεται σίγουρα να έχει ενεργή παρουσία στις πλατφόρμες άμεσης επικοινωνίας και ενίοτε να ψάξει για διευκρινίσεις στα σχόλια των αναρτήσεων και στις μηχανές αναζήτησης.

Η ελληνική εφηβική slang ή νεανική αργκό το τελευταίο διάστημα έχει υποδεχτεί πολλές νέες λέξεις και συντομογραφίες διαμορφώνοντας μια πολυτροπική μέθοδο επικοινωνίας που κάνει την αλληλεπίδραση με τους μεγαλύτερους να μοιάζει με παιχνίδι γνώσεων. Θέλοντας μάλλον να διαμορφώσουν τη δική τους ιδιαίτερη επικοινωνία, οι νέοι υιοθετούν άμεσα και εύκολα κάθε νέα γλωσσική έκφραση που αναδύεται στο διαδίκτυο. Τα λεγόμενα greeklish έχουν πάψει να κυριαρχούν και η νέα τάση περιλαμβάνει τη χρήση γλωσσικών συμβόλων, συμβόλων από άλλους κώδικες ή συνδυασμό αγγλικών λέξεων με ελληνικές καταλήξεις. Ανάμεσα στις επίκαιρες και viral λέξεις θα συναντήσει κανείς το “cringe/κριντζάρω”, το “τσιλάρω”, το “1437 (σ’ αγαπώ για πάντα)”, το “delulu”, το “sus”,  το “cap” κ.α. Μεταξύ αυτών και ο όρος “glazing” ή αλλιώς το να “γλασάρεις” έχει πλέον περάσει από στις συζητήσεις ροής και στα σχόλια του TikTok, αλλά τι σημαίνει;

Δανεισμένο από τον κόσμο της γαστρονομίας στην πράξη κυριολεκτικά υποδηλώνει τη διαδικασία που θα οδηγήσει στη γυαλιστερή και λεία επικάλυψη ορισμένων γλυκισμάτων ή εδεσμάτων. Στη νεανική αργκό το glazing χρησιμοποιείται μεταφορικά για να επισημάνει την υπερβολή και συγκεκριμένα αναφέρεται στον υπερβολικό έπαινο ή τα υπερβολικά κοπλιμέντα που γίνονται όμως τελικά εύκολα αντιληπτά ως υπερβολικά και φτάνουν συχνά στο σημείο να γίνονται και ενοχλητικά. Σε γενικές γραμμές λοιπόν θεωρείται περισσότερο αρνητικός παρά θετικός όρος.

Παρόλα αυτά, είτε λεχθεί ως glazing είτε ως υπερβολικός έπαινος, το αποτέλεσμα στον εργασιακό χώρο προοικονομείται καταστροφικό. Μερικά συνήθη αποτελέσματα της χρήσης υπέρμετρων κοπλιμέντων και επαίνων σχετίζονται με τη μείωση της παραγωγικότητας του εργατικού δυναμικού και τη διατάραξη της ισορροπίας στις σχέσεις μεταξύ των μελών μιας ομάδας εργασίας. Για παράδειγμα ένας εργαζόμενος που επαινείται συνεχώς μπορεί να αισθανθεί ότι δεν υπάρχουν περιθώρια βελτίωσης και αυτό να επηρεάσει τη συμπεριφορά και τη διάθεσή του να κινητοποιηθεί περαιτέρω ή στο μέγιστο των ικανοτήτων του. Ορισμένοι εργοδότες παρόλα αυτά επιλέγουν αυτήν την τακτική σαν τρόπο διαχείρισης των υπαλλήλων, ακόμα και αν οι έπαινοί τους δεν ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα. Αυτό όμως γίνεται εύκολα αντιληπτό σε βάθος χρόνου και διαμορφώνει ένα δυσάρεστο εργασιακό κλίμα. Αντίστοιχα και ο επιλεκτικός υπέρμετρος έπαινος μπορεί να έχει αρνητικό αντίκτυπο, καθώς μπορεί να δημιουργήσει τριβές και να κάνει εκείνους που δεν τον λαμβάνουν, να αισθάνονται λιγότερο ευνοημένοι ή να ενισχύει τις αμφιβολίες τους για την απόδοσή τους και τελικά να την επηρεάζει αρνητικά στο σύνολό της. Αυτό φυσικά μπορεί να γίνει και αντίστροφα, από τους εργαζόμενους προς τους εργοδότες σε μια προσπάθεια των πρώτων να κερδίσουν την εύνοιά των ανωτέρων τους. Τα αποτελέσματα και πάλι είναι εξίσου αρνητικά.

Ο υπερβολικός έπαινος συχνά αναγνωρίζεται ως κολακεία ή ανασφάλεια και όχι ως γνήσια αξιολόγηση ή ειλικρινή φιλοφρόνηση. Η αναγνώριση και η θετική ανατροφοδότηση θα πρέπει να είναι ρεαλιστική και προσαρμοσμένη στο κάθε άτομο. Ο καλύτερος έπαινος εξάλλου είναι συγκεκριμένος και εξυμνεί γνήσια και απτά επιτεύγματα ή χαρακτηριστικά.