Δεν είναι η ανισότητα στη ζωή που πραγματικά ενοχλεί τους ανθρώπους, αλλά η αδικία. Τα αποδεικτικά στοιχεία ότι οι άνθρωποι έχουν μια φυσική αποστροφή στην ανισότητα προέρχονται από μελέτες που αναφέρουν «μια επιθυμία για ισότητα στην αμοιβή», «ισότιμα ​​ανθρώπινα κίνητρα», «ισότητα στα παιδιά», «η ισότητα υπερισχύει της αμοιβαιότητας» κ.λπ. Όντως οι εξεταζόμενοι στις μελέτες τείνουν να μοιράζουν ισότιμα τους πόρους μεταξύ τους. Εάν σε μια προηγούμενη κατάσταση είχε προκύψει ανισότητα, οι άνθρωποι μοιράζουν τους πόρους άνισα για να διορθώσουν την ανισότητα. Επιπλέον, υπάρχει θυμός για όσους επωφελούνται από άνισες κατανομές. Μελέτες παιδιών 3 έως 8 ετών αναφέρουν παρόμοια τάση για ισότητα. Τα 3χρονα κατανέμουν ισότιμα τους πόρους, ενώ τα 6χρονα έχουν ισχυρή δέσμευση για ισότιμη κατανομή, επιμένοντας στην αφαίρεση τυχόν επιπλέον πόρων σε ενδεχόμενο άνισης διανομής τους.

Δεδομένων αυτών των ευρημάτων, αναμένεται ότι όταν ζητηθεί από τους ανθρώπους να κατανείμουν πόρους σε πραγματικές συνθήκες, θα επιλέξουν ίση κατανομή σε όλα τα κοινωνικά στρώματα. Όμως δεν το κάνουν. Αντίθετα, δεν ανησυχούν ιδιαίτερα για τις μεγάλες ανισότητες, υποστηρίζοντας ότι, ιδανικά, τα άτομα στο ανώτατο 10% θα πρέπει να έχουν περισσότερα χρήματα από τα άτομα στο κατώτατο 10%. Όταν τους δίνεται μια αναγκαστική επιλογή μεταξύ ίσης και άνισης κατανομής πλούτου και τους εξηγείται ότι θα «ενταχθεί» τυχαία ο καθένας είτε στους πλουσιότερους είτε στους φτωχότερους, πάνω από το 50% απορρίπτει την ίση κατανομή του πλούτου, εμμένοντας στην ανισότητα.

Πώς μπορεί αυτή η τάση για ανισότητα στην πραγματική ζωή να συγκριθεί με την προτίμηση για ισότητα που καταγράφεται στις μελέτες; Η ασυμφωνία προκύπτει επειδή τα ευρήματα συμβαδίζουν με την προτίμηση για τον συνδυασμό «ισότητα+δικαιοσύνη», καθώς οι μελέτες σχεδιάζονται έτσι ώστε το «ίσο» να είναι και «δίκαιο». Αυτό ενισχύεται από το γεγονός ότι δεν υπάρχει διάκριση στην κατανομή με βάση την «ανάγκη» ή την «ικανότητα/αξία». Συνεπώς, ανεξάρτητα από το εάν οι εξεταζόμενοι είναι ευαίσθητοι ως προς το «δίκαιο» ή ως προς το «ίσο», θα τείνουν να διανέμουν τα αγαθά ίσα. Αυτό το δεδομένο υποστηρίζεται από μελέτες στις οποίες η δικαιοσύνη διαχωρίζεται από την ισότητα, όπου οι άνθρωποι επιλέγουν τη δικαιοσύνη. Έτσι, εφόσον οι άνθρωποι του πραγματικού κόσμου διαφέρουν στην εργατικότητα, στην ικανότητα, στην ηθική κ.λπ., και ένα δίκαιο σύστημα λαμβάνει υπόψη αυτές τις παραμέτρους, τότε είναι φυσικό επακόλουθο η προτίμηση για δικαιοσύνη να «παράγει» ανισότητα.

Μια περαιτέρω στήριξη για την ανισότητα προέρχεται από την ιδέα ότι η ανισότητα είναι απαραίτητη ως κίνητρο για παραγωγικότητα και κοινωνική κινητικότητα. Αυτό εμπεριέχει την «αξιοκρατική κινητικότητα», απαραίτητη προϋπόθεση για να είναι δίκαιη μια κοινωνία ανισότητας. Εξάλλου, μια κοινωνία χωρίς κινητικότητα είναι μια κοινωνία στην οποία οι άνθρωποι που γεννιούνται φτωχοί, παραμένουν φτωχοί, ανεξάρτητα από τη σκληρή δουλειά τους και την ευστροφία τους. Η πίστη στην αξιοκρατική κινητικότητα συνδυάζεται με μεγαλύτερη ανεκτικότητα στην ανισότητα, αποδοχή ως προς την ανισότητα του πλούτου, μειωμένες απαιτήσεις για ανακατανομή των πόρων και απροθυμία για αύξηση των φόρων στους πλούσιους.

Ενώ η ανάγκη για δικαιοσύνη ενισχύει την προτίμηση για ανισότητα, η ψυχολογία οδηγεί τους ανθρώπους να υποστηρίξουν την ισότητα ανησυχώντας για τις συνέπειες μιας άνισης κοινωνίας. Καθώς αυξάνεται η ανισότητα, τα ποσοστά ευτυχίας μειώνονται, ιδίως στο κατώτερο 30% των εισοδημάτων. Ένας λόγος γι αυτό είναι ότι το «σχετικό μειονέκτημα» έχει μεγαλύτερο αρνητικό αντίκτυπο στην ευημερία απ’ ότι το «σχετικό πλεονέκτημα» έχει θετικό αντίκτυπο. Ωστόσο, είναι ασαφές εάν οι διαβρωτικές συνέπειες της ανισότητας στην ευτυχία οφείλονται στην ανισότητα per se ή στην αίσθηση της «αθέμιτης ανισότητας». Είναι ανοιχτό το ερώτημα εάν εκείνοι που κερδίζουν λιγότερα είναι λιγότερο ευτυχισμένοι και παραγωγικοί και εάν πιστεύουν ότι το σύστημα είναι δίκαιο. Η ορθή επικέντρωση του ερωτήματος δεν είναι κατά πόσο το σύστημα οδηγεί σε ανισότητα, αλλά εάν αυτή εκλαμβάνεται ως δίκαιη.

Η ανησυχία για την ανισότητα συνδυάζεται με την ανησυχία για τη φτώχεια, τη διάβρωση των βασικών δικαιωμάτων και την αδικία. Είναι σημαντική η εννοιολογική διάκριση δικαιοσύνης και ισότητας και πρέπει να τονίζεται στις πολιτικές αντιπαραθέσεις. Η πρόοδος στον πραγματικό κόσμο θα διευκολυνθεί εστιάζοντας σε αυτό που πραγματικά απασχολεί τους πολίτεςτο δίκαιο– και όχι σε αυτό που δεν τους ενοχλεί ιδιαίτερα την ανισότητα.