Οι «bluechip» μετοχές είναι ουσιαστικά η χρηματιστηριακή αποτύπωση μιας μεγάλης και ισχυρής εταιρείας με εξαιρετική φήμη. Ο όρος πιστεύεται ότι προέρχεται από το πόκερ, όπου οι μπλε μάρκες (“blue chips”) είναι οι πιο ακριβές. Αυτές οι εταιρείες είναι μεγάλες, καθιερωμένες, οικονομικά υγιείς, λειτουργούν για χρόνια, έχουν αξιόπιστα κέρδη και δίνουν συνήθως μερίσματα στους επενδυτές. Οι «bluechip» μετοχές έχουν συνήθως χρηματιστηριακή αξία δισεκατομμυρίων, με τις εταιρείες αυτές να είναι γενικά οι ηγέτες της αγοράς ή ανάμεσα στις πρώτες εταιρείες στον τομέα τους και πολύ γνωστές στον μέσο πολίτη. Για όλους αυτούς τους λόγους, οι «bluechip» μετοχές είναι από τις πιο δημοφιλείς στους επενδυτές. Μερικά παραδείγματα τέτοιων μετοχών είναι εταιρειών όπως η Nike, η Apple, η Amazon, το Facebook, η ExxonMobil, η Johnson & Johnson, η Microsoft, η Disney, η Intel, η IBM, η CocaCola και η Boeing. Συνηγορητικά λειτουργούν οι πιο αξιόπιστοι δείκτες της αγοράς, όπως ο Dow Jones Industrial Average, ο Standard & Poor’s (S&P) 500 και ο Nasdaq-100 στις ΗΠΑ, ο TSX-60 στον Καναδά και ο δείκτης FTSE στο Ηνωμένο Βασίλειο.


Κατά τη διάρκεια μιας οικονομικής ύφεσης, οι επενδυτές στρέφονται σε αυτές τις μετοχές λόγω της ασφαλούς φύσης τους. Οι μετοχές αυτές προσφέρουν ασφάλεια σε περιόδους επιβράδυνσης της ανάπτυξης, λόγω της ευφυούς διαχείρισής τους και της ικανότητας να παράγουν σταθερά κέρδη.


Ενώ οι πληρωμές μερισμάτων δεν είναι απολύτως ικανή και αναγκαία συνθήκη για να θεωρηθεί μια μετοχή “blue chip”, εν τούτοις οι περισσότερες έχουν μακρά αρχεία καταβολής σταθερών ή αυξανόμενων μερισμάτων. Το πόσο μεγάλη πρέπει να είναι μια επιχείρηση για να πληροί τις προϋποθέσεις “blue chip” μετοχών είναι θέμα ανοικτό προς συζήτηση. Ένα γενικά αποδεκτό σημείο αναφοράς είναι μια κεφαλαιοποίηση ύψους 5 δισεκατομμυρίων δολαρίων, παρόλο που οι ηγέτες της αγοράς ή του τομέα μπορούν να είναι εταιρείες παντός μεγέθους, χωρίς να υπάρχουν συγκεκριμένες κατευθυντήριες γραμμές για τον τύπο και το μέγεθος της εταιρείας.


Υπάρχει μια αντίληψη μεταξύ των επενδυτών ότι τα «bluechips» μπορούν να επιβιώσουν στις προκλήσεις της αγοράς. Ενώ αυτό είναι σε μεγάλο βαθμό αληθές, δεν είναι εγγυημένο. Για το λόγο αυτό, είναι ζωτικής σημασίας η διαφοροποίηση ενός χαρτοφυλακίου πέρα ​​από τα «bluechips». Όσον αφορά την ασφάλεια αυτών των μετοχών, ενώ μια τέτοια εταιρεία μπορεί να έχει επιζήσει από διάφορες προκλήσεις και κύκλους της αγοράς και άρα να θεωρείται ότι είναι μια ασφαλής επένδυση, αυτό μπορεί να μην ισχύει πάντα. Οι πτωχεύσεις της General Motors, της Enron και της Lehman Brothers, καθώς και αρκετών ευρωπαϊκών τραπεζών κατά τη διάρκεια της παγκόσμιας ύφεσης του 2008, αποδεικνύουν ότι ακόμη και οι καλύτερες εταιρείες μπορεί να υποκύψουν σε περιόδους ακραίων πιέσεων. Ενώ τα «bluechips» είναι κατάλληλα ως βασικές συμμετοχές σε ένα χαρτοφυλάκιο, γενικά δεν θα πρέπει να αποτελούν το σύνολο του χαρτοφυλακίου. Ένα διαφοροποιημένο χαρτοφυλάκιο πρέπει να περιλαμβάνει κατανομές σε ομόλογα και μετρητά. Οι νεότεροι επενδυτές μπορούν γενικά να ανεχθούν τον κίνδυνο από το υψηλότερο ποσοστό μετοχών, συμπεριλαμβανομένων των «bluechips», ενώ οι ηλικιωμένοι επενδυτές επιλέγουν να επικεντρωθούν περισσότερο στη διατήρηση κεφαλαίου μέσω μεγαλύτερων επενδυτικών ποσοστώσεων σε ομόλογα και μετρητά.


Εν κατακλείδι, οι εταιρείες με «bluechips» έχουν εύρωστους ισολογισμούς, σταθερές ταμειακές ροές, ισχυρά επιχειρηματικά μοντέλα, συνεπή ανάπτυξη και έχουν άριστο ιστορικό απόδοσης των βασικών τους μεγεθών. Είναι συνεπώς επόμενο οι επενδυτές να θεωρούν τα «bluechips» ως ασφαλείς επενδύσεις ώστε να αυξάνουν σταθερά τις θέσεις τους και να λαμβάνουν τακτικά μερίσματα.