Ένα πολύ διαδεδομένο μοντέλο επίλυσης συγκρούσεων είναι αυτό των Kenneth W. Thomas και Ralph H. Kilmann σύμφωνα με τους οποίους υπάρχουν πέντε κοινές μορφές επίλυσης των συγκρούσεων.

1. Ανταγωνισμός: Χαρακτηριστικό αυτής της μεθόδου είναι η επίδειξη δύναμης. Είναι μία στρατηγική που δεν χρησιμοποιεί τον διάλογο ως μέσο, με αποτέλεσμα να υπερισχύει μία μόνο γνώμη. Περιγράφει μία διαδικασία όπου το ένα μέρος προσπαθεί να επιβληθεί στο άλλο και να επιτύχει τους σκοπούς του, συνήθως εις βάρος του δεύτερου. Χρησιμοποιείται συχνά σε περιπτώσεις όπου απαιτείται μία γρήγορη απόφαση και δεν υπάρχει χρόνος για ανταλλαγή απόψεων και πληροφοριών. Παρόλα αυτά, μπορεί να δημιουργήσει αρκετά προβλήματα στη συνεργασία, όπως την παρεμπόδιση της επικοινωνίας και τη βουβή συμφωνία με άτομα που λειτουργούν με αυτή τη μέθοδο, από φόβο και δισταγμό. 
2. Διαπραγμάτευση/συνεργασία: Κύριο χαρακτηριστικό αυτής της μεθόδου είναι η προσπάθεια να βρεθεί μία λύση που να καλύπτει και τις δύο πλευρές της διαφωνίας. Χαρακτηρίζεται από διαδικασίες που στοχεύουν στην επίλυση μίας προσωπικής διαφοράς με βάση την αναγνώριση των συμφερόντων και των δύο συμμετεχόντων. Θεωρείται από τις καλύτερες δυνατές μεθόδους σε περιπτώσεις που κάποιος θέλει να μάθει τις απόψεις και τα συμφέροντα του άλλου, να αναλύσει διεξοδικά ένα πρόβλημα ή όταν πρέπει να βρεθεί μία συμβιβαστική λύση λόγω σημαντικών συμφερόντων και συνεπειών. Παρόλα αυτά, η μέθοδος αυτή μπορεί να μην έχει τα επιθυμητά αποτελέσματα αφού χάνεται πολύτιμος χρόνος για την ανάλυση του προβλήματος, υπάρχει αργοπορία στην ανάληψη δράσης ή χρησιμοποιείται ως μέσο εκμετάλλευσης ατόμων που δεν είναι τόσο ανταγωνιστικά και θα υποχωρήσουν εύκολα. 
3. Συμβιβασμός: Σε αυτή την περίπτωση παρατηρείται μερική ικανοποίηση των συμμετεχόντων και η μέθοδος αυτή έχει προσωρινό χαρακτήρα. Τα δύο μέρη της διαφωνίας θα πρέπει να κάνουν αμοιβαίες υποχωρήσεις για να προκύψουν κοινά αποδεκτές αποφάσεις για τη λύση του προβλήματος. Η μέθοδος αυτή προτιμάται σε περιπτώσεις όπου υπάρχει πίεση χρόνου ή όταν δεν υπάρχει επιτακτική ανάγκη για πλήρη κάλυψη των συμφερόντων και των δύο πλευρών. Όμως και σε αυτή την περίπτωση μπορεί να υπάρχουν κίνδυνοι, όπως η ελαχιστοποίηση του προβλήματος ή η ύπαρξη μεγαλύτερων συμφερόντων ενός από τα δύο μέρη της διαπραγμάτευσης. 
4. Αποφυγή: Είναι η μέθοδος που χρησιμοποιείται σε περιπτώσεις όπου το θέμα της διαπραγμάτευσης είναι μικρής σημασίας ή η καθυστέρησή του μπορεί να επιφέρει μεγαλύτερα οφέλη. Χρησιμοποιείται σε περιπτώσεις που κάποιος προσπαθεί να κερδίσει χρόνο για ένα διάστημα ή γίνεται προσπάθεια για αποφυγή μίας απειλής, η οποία γίνεται αντιληπτή και από τις δύο πλευρές. Σε αυτήν την περίπτωση όμως μπορεί να δημιουργηθεί κλίμα αμφιβολίας και να διαιωνίζεται ένα πρόβλημα, χωρίς να βρίσκει τη λύση του. 
5. Προσαρμογή: Είναι μία μέθοδος όπου το ένα από τα δύο μέρη της διαπραγμάτευσης υποχωρεί, αποδεχόμενο τις εις βάρος του συνέπειες. Αυτή η μέθοδος προτιμάται από άτομα που θα υποχωρήσουν και θα βάλουν στην άκρη τα δικά τους συμφέροντα μπροστά στη διατήρηση της ηρεμίας και της εμπιστοσύνης μέσα σε έναν οργανισμό. Τα άτομα αυτά χαρακτηρίζονται από ευαισθησία και τοποθετούν τις ανθρώπινες σχέσεις ψηλότερα από τα δικά τους προσωπικά συμφέροντα. Αυτή η επιλογή μπορεί όμως να οδηγήσει σε εκμετάλλευση αυτών των ατόμων και στη μη γνωστοποίηση νέων ιδεών που τυχόν να έχουν για τον οργανισμό. 

Είναι σημαντικό να αναφερθεί ότι για την καλύτερη αντιμετώπιση κρίσεων δεν υπάρχει ένας ενδεδειγμένος τρόπος και είναι χρήσιμες όλες οι μέθοδοι διαχείρισης των συγκρούσεων. Θα πρέπει πάντα να λαμβάνονται υπόψιν οι απαιτήσεις κάθε συγκεκριμένης περίστασης και οι ικανότητες που διαθέτουν τα άτομα που εμπλέκονται. 

Συγγραφέας περιεχομένου: Μπουτόλα Άννα