Η κριτική και ο τρόπος με τον οποίο ανταποκρινόμαστε σε αυτήν τροφοδοτεί την προσωπική ανάπτυξη και θωρακίζει το ψυχικό μας περίβλημα. Η θετική κριτική αυτονοήτως τονώνει την αυτοπεποίθησή μας και μας γεμίζει περηφάνια για το έργο μας. Η αρνητική κριτική όμως ίσως έχει μεγαλύτερο αντίκτυπο πάνω μας ανεξαρτήτως αν είναι καλοπροαίρετη ή κακοπροαίρετη, καθώς όλοι μας αποζητούμε την έγκριση και φοβόμαστε την αλήθεια. 

Η αρνητική κριτική μας τρομάζει επειδή απειλεί δύο από τις πιο θεμελιώδεις ψυχολογικές μας ανάγκες: την ασφάλεια (σωματική, κοινωνική ή υλική ασφάλεια) και την αξία (αίσθηση αυτοσεβασμού και αυτοεκτίμησης). Γι΄αυτότον λόγο μικρή σημασία έχει αν αυτός που ασκεί την κριτική είναι ευγενικός ή έχει επιλέξει προσεκτικά τα λόγια του. Το περιεχόμενο της αρνητικής κριτικής πυροδοτεί φοβικά συναισθήματα που συνδέονται με την ασφάλεια και την αξία, π.χ. αν ο προϊστάμενος πει ότι «η αναφορά ήταν ελλιπής και χρειάζεται τροποποιήσεις», ο υπάλληλος μπορεί αυτόματα να σκεφτεί «υπάρχει κίνδυνος να απολυθώ; Θα δώσει το project σε κάποιον άλλο;» 

Ο τρόπος που θα αντιδράσουμε στην κριτική συμβάλλει στο να ωφεληθούμε ή όχι από αυτήν. Υπάρχουν πέντε βήματα για τη διαχείριση της κριτικής, που αν τα υιοθετήσουμε, κάθε κριτική θα είναι επωφελής για μας τους ίδιους. 

1. Ακούμε, κάνοντας συχνές παύσεις

Η κριτική ενεργοποιεί αυτόματα το κύκλωμα του φόβου πυροδοτώντας αντιδράσεις “παγώματος ή φυγής ή μάχης”,  γι’ αυτό θα πρέπει να απενεργοποιήσουμε συνειδητά τον αυτόματο πιλότο και να αντισταθούμε στην ανάγκη να αντιδράσουμε ή να αμυνθούμε. Θα χρειαστεί να αφιερώσουμε χρόνο για να απορροφήσουμε όσα λέγονται, ώστε να μπορούμε να τα ξεδιαλύνουμε αργότερα. Μπορεί να μην είμαστε σε θέση να επεξεργαστούμε το περιεχόμενο αυτή τη στιγμή, ειδικά αν τα συναισθήματά μας είναι έντονα. Στο πρώτο βήμα, απλά χρειάζεται να ακούσουμε το άτομο και να ολοκληρώσουμε τη συζήτηση λέγοντας “ευχαριστώ”. Αν χρειαστεί να τοποθετηθούμε, δεν καταφεύγουμε σε αμυντικούς μονολόγους,  προσπαθώντας να δικαιολογήσουμε τον εαυτό μας, ή να απορρίψουμε την κριτική. Δίνουμε  πληροφορίες για το προϊόν ή το έργο και κάνουμε παύσεις ώστε να συνεχίζει να μιλά ο ασκών την κριτική. Αργότερα, μόλις το έντονο συναίσθημα υποχωρήσει, θα μπορέσουμε να επεξεργαστούμε τις πληροφορίες, να τις αποκωδικοποιήσουμε και να αποφασίσουμε ποιες από αυτές είναι ωφέλιμες και ποιες όχι.

2. Αποπροσωποποιήστε το μήνυμα

Η φυσική μας αντίδραση σε ένα αρνητικό σχόλιο είναι να το παίρνουμε προσωπικά, να το λαμβάνουμε δηλ. ως επίθεση στο άτομό μας. Όταν κάποιος μας λέει “αυτό το χρώμα δεν είναι ωραίο”, εμείς ακούμε “δεν έχεις γούστο στο να διαλέγεις χρώματα”. Όταν κάποιος μας λέει “αυτή η στρατηγική αναδιαμόρφωσης δεν είναι επαρκώς μελετημένη” εμείς ακούμε “είσαι αποτυχημένος στη σχεδίαση στρατηγικών”. Αντ’ αυτού πρέπει συνειδητά να επιλέξουμε να συνδέουμε την κριτική αποκλειστικά με το προϊόν και όχι με τον εαυτό μας. 

3. Διευκολύνουμε την κριτική

Διευκολύνοντας το άτομο που ασκεί την κριτική να την ολοκληρώσει (παρόλο που εκείνη τη στιγμή μπορεί να θέλουμε ακριβώς το αντίθετο), συγκεντρώνουμε περισσότερες πληροφορίες, ώστε να κατανοήσουμε αν η κριτική είναι επωφελής για σας ή όχι. Η κριτική είναι πάντα μια αντίδραση σε κάτι, και αν καταλάβουμε τι την πυροδοτεί θα είναι περισσότερο εποικοδομητική. Ζητάμε από το άτομο να αναπτύξει περισσότερο τα σημεία αιχμής, χωρίς να επικεντρωνόμαστε στο να αμυνθούμε ή να ακυρώσουμε αυτά που ακούμε. Η αυτοβελτίωση σχετίζεται με την ικανότητά μας να χρησιμοποιήσουμε αυτά τα σχόλια με έναν τρόπο βοηθητικό για μας και όχι με το να αποδεικνύουμε ότι είναι λάθος. Η επιδίωξή μας είναι να φτάσουμε σε ένα σημείο όπου βλέπουμε αυτό που βλέπουν και εκείνοι. Αυτό δεν σημαίνει ότι έχουν πάντα δίκιο. Μπορεί, για παράδειγμα, να ξέρουμε κάτι που εκείνοι αγνοούν, αλλά πριν το μεταφέρουμε αξίζει τον κόπο να δούμε την αλήθεια τους όπως την βιώνουν εκείνοι.

4. Ενσωματώνουμε την κριτική στο έργο μας

Ο σκοπός της κριτικής είναι να βελτιωθεί ένα έργο. Μόλις απομονώσουμε την ουσία που κρύβει η κριτική, βάζουμε ως στόχο να ενσωματώσουμε αυτήν την κριτική στο έργο για να το κάνουμε καλύτερο και ισχυρότερο. Κατευθύνουμε λοιπόν τη δύναμη της κριτικής για να εξυπηρετήσει τους δικούς μας στόχους.

Η εποικοδομητική ανατροφοδότηση είναι ένα δώρο και θα πρέπει να εκτιμάται ως τέτοιο. Κάποιος, που έχει αφιερώσει χρόνο για να βελτιώσει το έργο μας, καταβάλλει προσπάθεια και ίσως δυσκολεύεται όταν πρέπει να μεταφέρει αρνητικά σχόλια, γι αυτό πρέπει να ανταμείβεται, τουλάχιστον μ΄ένα ευχαριστώ. 

Τι γίνεται όμως όταν η κριτική είναι άδικη, ή δεν αποδίδεται σωστά; Ή αν πραγματικά πιστεύουμε ότι ο ασκών την κριτική έχει άδικο; Και πάλι, αν οι αντιδράσεις μας παραμείνουν σταθερές, τότε το αποτέλεσμα παραμένει ίδιο για μας:  προσωπική βελτίωση και ανάπτυξη. Αφού ακούσουμε προσεκτικά αυτά που έχει να μας πει ο άλλος, στη συνέχεια μπορούμε να τα επεξεργαστούμε και να τα αντικρούσουμε- όχι αμυντικά και συναισθηματικά-αλλά με σαφή επιχειρήματα. Αν επικεντρωθούμε στο να αναζητούμε την αλήθεια ακόμη και στα αρνητικά σχόλια, ανεξάρτητα από τον τρόπο με τον οποίο μεταφέρονται, ή από το άτομο το οποίο τα μεταφέρει, τότε αποφεύγουμε τα περιττά και περιοριζόμαστε στα ουσιώδη. Υπήρξε κάτι στην αρνητική κριτική που μπορεί να προβεί προς όφελός μου; Αν ναι, το ενσωματώνω, στο έργο μου.  Αν όχι, το αγνοώ. 

Ο εαυτός μου είναι η πρωταρχική πηγή της ασφάλειάς μου. Ο καλύτερος τρόπος να αυξήσω την αυτό-αποτελεσματικότητά μου, είναι λοιπόν να αναζητώ την  αλήθεια για την ποιότητα του έργου μου ακόμα κι αν είναι δυσάρεστη.

Διάβασε ακόμα:

Ο ρόλος μιας πανεπιστημιακής κλινικής

H σύναψη ερωτικής σχέσης στον εργασιακό χώρο και οι προεκτάσεις της

Γιατί οι άνθρωποι ελκύονται από τις δημοσιότητες;