Σε όλα τα επαγγέλματα μπορεί να συναντήσει κανείς ανασφαλή άτομα με υψηλές επιδόσεις τους λεγόμενους «insecure high achievers», σύμφωνα με τη διαδεδομένη αγγλική ορολογία. Αυτά τα άτομα είναι συνήθως εξαιρετικά ικανά και φιλόδοξα, ωστόσο στα μάτια των άλλων φαίνεται σαν να μην είναι ποτέ ικανοποιημένα από τις επιδόσεις και τις επιτυχίες τους. Συχνά υποβαθμίζουν την αποδοτικότητα και παραγωγικότητά τους ή αποδίδουν την επιτυχία τους σε εξωτερικούς παράγοντες, όπως η τύχη ή η αποτυχία των άλλων. Παρόλο που στην πραγματικότητα αποδέχονται και προσπαθούν να ανταπεξέλθουν σε κάθε νέα πρόκληση, έχουν έντονη ανησυχία για οποιοδήποτε πιθανό σφάλμα θα μπορούσε δυνητικά να προκαλέσει απογοήτευση στους εργοδότες, στους συναδέλφους ή ακόμα και στον ίδιο τους τον εαυτό. Για τους ανασφαλείς υπέρ-επιτυχόντες οι επαγγελματικές επιτυχίες δεν μπορούν να κατευνάσουν το άγχος ή τον φόβο αποτυχίας, κι έτσι αισθάνονται ότι χρειάζεται να λειτουργούν συνέχεια υπό πίεση, ανεξάρτητα από το αποτέλεσμα των προσπαθειών τους ή τη δυσκολία του έργου. Με αυτόν τον τρόπο, παρατηρείται μια υπερεπένδυση τόσο σωματικής όσο και συναισθηματικής ενέργειας στην επαγγελματική τους ζωή – μερικές φορές εις βάρος της προσωπικής τους ζωής.

Συνήθως τα ανασφαλή άτομα με υψηλές επιδόσεις συντηρούν μια βαθιά ριζωμένη πεποίθηση προσωπικής ανεπάρκειας που επηρεάζει σημαντικά την αυτοεκτίμησή τους και μακροπρόθεσμα λειτουργεί ανασταλτικά. Είναι σαν να κυριαρχεί μια λανθασμένη εντύπωση για τις ικανότητες και τις πράξεις τους, που τους κάνει να πιέζουν όλο και περισσότερο τον εαυτό τους. Κυρίαρχο χαρακτηριστικό είναι η έλλειψη εμπιστοσύνης που μπορεί ενίοτε να συνδέεται με παρελθούσες προσωπικές, επιστημονικές ή επαγγελματικές εμπειρίες. Η έλλειψη εμπιστοσύνης στην διάρκεια των χρόνων ενισχύει τις αρνητικές σκέψεις και πυροδοτεί συμπεριφορές υπεραπόδοσης. Συχνά η υπεραπόδοση μπορεί να οδηγήσει σε προαγωγές ή υψηλότερους μισθούς, οι οποίες λαμβάνονται ως ανταμοιβές που τελικά ενθαρρύνουν αυτό το μοτίβο συμπεριφοράς. Στην πράξη ο στόχος της «ανιδιοτελούς υπέρβασης του εαυτού» μπορεί να οδηγήσει σε σωματική και ψυχική επιβάρυνση, όπως το σύνδρομο επαγγελματικής εξουθένωσης. Αυτό στην πράξη μπορεί να εκφράζεται με επιπλέον ώρες, μεγάλο φόρτο εργασίας και επιπρόσθετο άγχος.

Η επίγνωση της ανισορροπίας που δημιουργείται είναι ένα κομβικό σημείο για να επιτευχθεί η αλλαγή και τελικά η ισορροπία μεταξύ επαγγελματικής και προσωπικής ζωής. Το θετικό είναι ότι μπορούμε να αναγνωρίσουμε και να υποκινήσουμε θετικές αλλαγές, ανεξάρτητα από την ηλικία ή την καριέρα που ακολουθεί κανείς. Κάποιες ερωτήσεις προς τον εαυτό μας θα μπορούσαν να φανούν πολύ χρήσιμες, όπως π.χ.  «Γιατί είμαι τόσο απαιτητικός, -ή από τον εαυτό μου;», «Γιατί δεν είμαι ποτέ πραγματικά ικανοποιημένος, -η;», «Ποια είναι η σχέση μου με την αποτυχία;», «Γιατί με τρομάζει τόσο πολύ η αποτυχία;». Ακόμα και μικρές αλλαγές μπορεί να φέρουν εξαιρετικά αποτελέσματα.