Η ανάλυση μιας επιχείρησης είναι ένα πολύπλοκο θέμα. Όσο πιο εις βάθος το μελετούμε, τόσο περισσότερο κινδυνεύουμε να παγιδευτούμε σε λεπτομέρειες και να εστιάζουμε στο δέντρο αγνοώντας το δάσος. Συνεπώς, είναι χρήσιμο να υπάρχει ένας σταθερός κανόνας για να εκτιμούμε εάν αξίζει να επενδύσουμε σε μια εταιρεία. Μία τέτοια απλή και αποτελεσματική μέθοδος εμπεριέχει τον κανόνα “Wilhelm Tell”, ο οποίος βασίζεται στη ιστορική προσέγγιση του ελβετού ήρωα, “βλέπω, στοχεύω, πυροβολώ”. Για αυτόν τον κανόνα χρειαζόμαστε μόνο ένα βασικό δεδομένο: τον κύκλο εργασιών της εταιρείας (turnover/sales). Είναι μακράν ο πλέον ειλικρινής δείκτης, διότι είναι ο λιγότερο παραπλανητικός. Οι εμπλεκόμενοι με ισολογισμούς γνωρίζουν ότι άλλες βασικές παράμετροι, όπως το κέρδος, μπορούν να χειραγωγηθούν με διάφορους τρόπους. Ωστόσο, είναι πολύ πιο δύσκολο να παραποιηθούν οι πωλήσεις.

Ο κανόνας λειτουργεί ως εξής: αρχικά διαχωρίζουμε τις εταιρείες σε τρεις επιχειρηματικούς τομείς. Οι εμπορικές εταιρείες έχουν περιθώριο κέρδους 1-3%, οι κατασκευαστικές 5-10% και οι πάροχοι υπηρεσιών 15-20%. Πολλαπλασιάζουμε το κεφαλαιουχικό κέρδος με συντελεστή 4-6 για μικρές επιχειρήσεις και 6-8 για μεγάλες εταιρείες. Στην περίπτωση των μεγάλων εισηγμένων εταιρειών, ένας πολλαπλασιαστής 8-10 είναι ορθότερος λόγω της αυξημένης ρευστότητας από τις πωλήσεις μετοχών. Για παράδειγμα, πάρτε μια κατασκευαστική εταιρεία που κάνει πωλήσεις $4 εκατομμυρίων ετησίως. Υποθέτουμε ένα περιθώριο κέρδους 7,5% και πολλαπλασιάζουμε επί 7. Έτσι προκύπτει μια αξία επιχείρησης $2,1 εκατομμυρίων. Τώρα συγκρίνουμε αυτή την αξία με τη χρηματιστηριακή αξία της εταιρείας και έτσι έχουμε μια εικόνα για το κατά πόσον η εταιρεία είναι αποτιμημένη ορθά.

Φυσικά, αυτή η μέθοδος δεν συνεκτιμά κάποιες πτυχές μιας εταιρείας. Ωστόσο, συχνά διαπιστώνουμε ότι μετά από πολύπλοκους υπολογισμούς, το τελικό αποτέλεσμα είναι πολύ κοντά στα δεδομένα από την εφαρμογή του κανόνα Wilhelm Tell. Παρεμπιπτόντως, η διακύμανση μεταξύ του πολλαπλασιαστή και της απόδοσης -ανάλογα με τον τομέα- μπορεί να έχει ευρέα όρια. Οι ποιοτικές εταιρείες με ισχυρό όνομα τείνουν να βρίσκονται στο άνω άκρο. Στις ασθενέστερες εταιρείες εφαρμόζουμε χαμηλότερο πολλαπλασιαστή.

Αυτός ο κανόνας ανάλυσης μιας εταιρείας μπορεί επίσης να εφαρμοστεί στην αξιολόγηση μετοχών: χρησιμοποιώντας τον, οι επενδυτές καθορίζουν την ενδογενή αξία και τη συγκρίνουν με την αγοραία αξία (αριθμός μετοχών επί την τιμή της μετοχής). Συγκεκριμένα, προσθέτουμε τις υποχρεώσεις της εταιρείας στην αγοραία αξία και αφαιρούμε τα ρευστά περιουσιακά στοιχεία της. Αυτό επιτρέπει στις εταιρείες να αποτιμώνται και να συγκρίνονται ανεξάρτητα από τα χρέη και τα αποθέματα σε μετρητά. Και πάλι, κάποια εταιρικά κριτήρια δεν λαμβάνονται υπόψη από τον κανόνα Wilhelm Tell. Οι εταιρείες, για παράδειγμα, τις οποίες η αγορά πιστεύει ότι θα επιτύχουν μακροπρόθεσμα άνω του μέσου όρου, πιθανόν να αποκλίνουν από μια τέτοια εκτίμηση. Παρ’ όλα αυτά, αυτή η απλή και αναπαραγώγιμη μέθοδος παρέχει έναν άμεσο τρόπο καθορισμού του αν αξίζει να επενδύσουμε σε μια εταιρεία.