Η πανδημία COVID-19 συνεχίζει να σπέρνει τον όλεθρο στην κοινωνία μας, όχι μόνο σωματικά λόγω των συνεχιζόμενων λοιμώξεων και των κλινικών συνεπειών μετά τη νόσηση, αλλά και λόγω του συναισθηματικού μέρους, όπως του μετατραυματικού στρες, της κατάθλιψης, του άγχους και άλλων συναφών διαταραχών, των οποίων ο επιπολασμός αυξάνεται ραγδαία, ιδίως σε ηλικιωμένους και ευάλωτους επιζώντες. 

Σχετικά κλινικά ευρήματα εντοπίζονται επίσης στη συμπεριφορά και στην ψυχική κατάσταση λόγω της απώλειας κατά τη διάρκεια της πανδημίας ενός μέλους της οικογένειας ή ενός αγαπημένου προσώπου. Οι επικρατούσες συναισθηματικές μεταβολές, όπως η βαθιά θλίψη, η απώλεια ενδιαφέροντος ή η αποθάρρυνση, δίνουν τη θέση τους σε εξελισσόμενες μεταβολές, όπως η απώλεια όρεξης, οι παραμένουσες διαταραχές του ύπνου, το επίμονο άγχος και η κατάθλιψη, που μπορούν να οδηγήσουν σε κοινωνική απομόνωση, ακόμη και σε αυτοκτονικές σκέψεις και ψυχοπαθολογική συμπεριφορά.

Αυτές οι εκδηλώσεις που εκλύονται από ψυχικούς και από συναισθηματικούς παράγοντες ταξινομούνται σύμφωνα με το DSM-5 ως “Εμμένουσα Καταθλιπτική Διαταραχή”  ή “Δυσθυμία”, με συχνότητα ανεύρεσης σε ποσοστό 5-6% του πληθυσμού. Η διαταραχή είναι πιθανότερο να εκδηλωθεί σε γυναίκες από ότι σε άνδρες. 

Στο τελευταίο στάδιο της ζωής, η έλλειψη φροντίδας, η εγκατάλειψη από τα μέλη της οικογένειας και η απουσία στοργής και αγάπης δίνουν τη θέση τους σε εξελισσόμενες αλλαγές της προσωπικότητας, με επικρατούντα συναισθήματα θλίψης, απώλειας της αυτοεκτίμησης και γενικευμένη μελαγχολική και απαθή κατάσταση για παρατεταμένες χρονικές περιόδους. Αυτή η κλινική εικόνα, που ονομάζεται επίσης «μονοπολική κατάθλιψη», επηρεάζεται από όλους εκείνους τους στρεσογόνους παράγοντες που επικρατούν σήμερα την κοινωνία μας, από τις οικονομικές παραμέτρους και την ποιότητα ζωής, μεταξύ άλλων, καθώς και από τις εμπειρίες του παρελθόντος, όπως συζυγικά προβλήματα, απιστία, απουσία από την εργασία και απώλεια αγαπημένου προσώπου.

Η δυσθυμία πρέπει να αντιμετωπίζεται εγκαίρως για να αποφεύγονται συνέπειες που μπορεί να είναι σοβαρές. Ένα μεγάλο ποσοστό αυτών των περιστατικών απευθύνεται στα ιατρεία πρωτοβάθμιας περίθαλψης, όπου οι γιατροί είναι σε θέση να ανιχνεύσουν αυτές τις συναισθηματικές αλλαγές, όπως τη θλίψη, την μειωμένη κοινωνική αλληλεπίδραση, την απώλεια βάρους, την καταβολή δυνάμεων και άλλα. Είναι κρίσιμης σημασίας να εντοπιστεί εάν αυτά τα κλινικά χαρακτηριστικά είναι μακροχρόνια. Τα ευρήματα αυτά αποτελούν το κλειδί για το ότι βρισκόμαστε μπροστά σε μια τέτοια παθολογία, η άμεση αξιολόγηση και αντιμετώπιση της οποίας πρέπει να γίνεται από ειδικό ψυχικής υγείας. Η θεραπεία θα πρέπει να προσαρμόζεται στην εξέλιξη της κλινικής εικόνας και να περιλαμβάνει τη χρήση αντικαταθλιπτικών και άλλων φαρμάκων, ψυχοθεραπείας και γνωστικής-συμπεριφορικής αντιμετώπισης. Η επιτυχημένη προσέγγιση απαιτεί επίσης τη βοήθεια και τη συμβολή των μελών της οικογένειας και προϋποθέτει την επιθυμία και θέληση των ασθενών να αναγνωρίσουν και να αντιμετωπίσουν το πρόβλημά τους, προκειμένου να ζήσουν μια πλήρη, ισορροπημένη και υγιή ζωή.

Η δυσθυμία μπορεί να επηρεάσει διάφορες ηλικιακές ομάδες και ο επιπολασμός της ήταν αυξημένος κατά το τελευταίο έτος της πανδημίας. Πρόσφατες συγκριτικές μελέτες επί του θέματος δείχνουν επίσης αύξηση των περιπτώσεων σε παιδιά, εφήβους και νεαρούς ενήλικες. Η έγκαιρη ανίχνευση εξαρτάται κυρίως από τους δασκάλους, τους καθηγητές, τους γονείς και τους φροντιστές. Η υποτίμηση της έκτασης του προβλήματος μπορεί πράγματι να αποβεί καταστροφική και θα πρέπει πάντα να έχουμε κατά νου την περίφημη φράση του John Ernst Steinbeck: “η θλίψη της ψυχής μπορεί να σε σκοτώσει πολύ πιο γρήγορα από ένα βακτήριο”(“the sadness of the soul can kill you much faster than a bacterium”).

Διάβασε ακόμα:

Πώς επηρεάζουν τα όνειρα την καθημερινότητά μας;

Κατανοώντας την ενοχή του επιζήσαντα

Συμπεριφορική οικονομολογία