Οι συσσωρευτικές επιπτώσεις του νέου κορωνοϊού απειλούν την ευημερία πολλών ανθρώπων. Η αδυναμία ελέγχου μπορεί να δημιουργήσει μια σημαντική πηγή άγχους ή να αυξήσει τα επίπεδα άγχους. Ο εργασιακός κόσμος αλλάζει σχεδόν από τη μία ημέρα στην άλλη και τόσο οι εργοδότες όσο και οι εργαζόμενοι πρέπει να προσαρμοστούν γρήγορα. Η πανδημία COVID-19 δεν είναι απλώς ζήτημα σωματικής υγείας, αλλά είναι επίσης ζήτημα ψυχικής υγείας και απαιτεί ιδιαίτερη προσοχή. Με τις πιέσεις προσαρμογής σε νέους τρόπους εργασίας, την αβεβαιότητα και την έντονη ανησυχία που προκαλείται από την πανδημία, η εστίαση στην ψυχική υγεία καθίσταται όλο και πιο σημαντική. Φαίνεται ότι και στο πλαίσιο της εργασίας, σε αρκετές περιπτώσεις, πλήττεται έντονα η ψυχική ισορροπία των υπαλλήλων και ενισχύεται το εργασιακό άγχος με έντονα αρνητικό αντίκτυπο στην απόδοση του εργατικού δυναμικού και στην ευημερία του οργανισμού.

Η επιβάρυνση είναι ίσως πιο έντονη για το προσωπικό που εργάζεται στην πρώτη γραμμή διαχείρισης ασθενών και στον τομέα της υγειονομικής περίθαλψης, χωρίς αυτό να αποκλείει την έντονη πίεση που βιώνουν εργαζόμενοι σε άλλους κλάδους. Ορισμένοι εργαζόμενοι για παράδειγμα  ανησυχούν έντονα για την  πιθανή έκθεση στον ιό, την αυξημένη κοινωνική επαφή στον περιβάλλον της εργασίας τους, ή τη στενή αλληλεπίδραση με τους πελάτες. Η επιστροφή στη ρουτίνα της εργασίας και η εκ νέου επαφή με άλλους ανθρώπους δεν είναι εύκολη για όλους τους εργαζόμενους, παρόλο που υπάρχουν σαφή πλεονεκτήματα της κοινωνικής αλληλεπίδρασης στην ψυχική ευεξία και η εξισορρόπηση της κοινωνικής ζωής αποτελεί κομβικό σημείο για την οικονομική ανάκαμψη των επιχειρήσεων. Άλλοι εργαζόμενοι πάλι αντιμετωπίζουν πρακτικές δυσκολίες, όπως ευθύνες φροντίδας ή δυσκολίες με τις μετακινήσεις, που εντείνουν το άγχος τους. Επιπλέον επιβαρυντικός παράγοντας είναι οι ανθυγιεινές συμπεριφορές και επιλογές των εργαζομένων σε προσωπικό επίπεδο, όπως η έντονη κατανάλωση αλκοόλ, οι κακές διατροφικές συνήθειες, η μειωμένη σωματική άσκηση, η στέρηση ύπνου, ο υπερβολικός χρόνος στη χρήση οθόνης κ.ο.κ. που είτε προϋπήρχαν είτε αυξήθηκαν ανησυχητικά την τρέχουσα περίοδο της κρίσης. 

Τι μπορούμε να κάνουμε όμως, ως εργαζόμενοι, για να διαχειριστούμε  την πίεση και το άγχος αυτής της περιόδου;

• Επικοινωνία και αναζήτηση υποστήριξης από συναδέλφους, επόπτες και συνεργάτες σχετικά με το εργασιακό άγχος.

• Αναζήτηση και αξιολόγηση των περιστάσεων ή συνθηκών που προκαλούν έντονο άγχος στο εργασιακό πλαίσιο με στόχο να εντοπιστούν οι κύριες της συναισθηματικής δυσφορίας και να εφαρμοστούν πρακτικές λύσεις. 

• Αύξηση της αίσθησης ελέγχου αναπτύσσοντας μια καθημερινή ρουτίνα εργασίας ή καθορίζοντας ένα δομημένο πρόγραμμα διαχείρισης εργασιών.

• Προσοχή και σταθερότητα στο πρόγραμμα ύπνου, καθώς η στέρηση ύπνου προκαλεί εκνευρισμό, κόπωση και αδυναμία συγκέντρωσης. 

• Χρήση τεχνικών ή εφαρμογών για τη σωστή διαχείριση του χρόνου ή μικρά διαλείμματα κατά τη διάρκεια της εργασίας. 

• Αύξηση σωματικής δραστηριότητας ή ενσωμάτωση εναλλακτικών τρόπων άθλησης μέσω διαδικτύου π.χ. με τη χρήση εφαρμογών, βίντεο ή μαθημάτων ζωντανής ροής.

• Αναζήτηση υποστηρικτικού δικτύου για το μοίρασμα ανησυχιών. Αναζήτηση ασφαλούς τρόπου για την προσφορά κοινωνικής υποστήριξης σε άλλους, ειδικά σε άτομα που παρουσιάζουν σημάδια άγχους. Η βοήθεια σε άλλους βελτιώνει την αίσθηση του ελέγχου και της αυτοεκτίμησης. 

• Διακοπή κατάχρησης ουσιών ως μέσου αντιμετώπισης ή αντισταθμιστικού μέτρου.

• Αναζήτηση υπηρεσιών ψυχικής υγείας που παρέχονται από την επιχείρηση ή αναζήτηση εξειδικευμένης βοήθειας εκτός του εργασιακού περιβάλλοντος.