Η άποψη ότι οι γυναίκες είναι περισσότερο συναισθηματικές από τους άντρες έχει επικρατήσει διεθνώς. Σε έρευνες με ερωτηματολόγια οι γυναίκες περιγράφουν ότι είναι πιο συναισθηματικές από τους άντρες και οι άντρες συμφωνούν με αυτήν την παραδοχή. Σε έρευνες όμως που έχουν βασιστεί σε πειραματικές συνθήκες, αποκαλύπτεται ότι το φύλο δεν καθορίζει το πόσο έντονα κάποιος βιώνει τα συναισθήματά του. Από την άλλη  μεριά, υπάρχουν διαφορές ως προς την έκφραση του συναισθήματος, αλλά αυτές δεν οφείλονται στο φύλο, αλλά σε άλλους παράγοντες όπως οι κοινωνικοπολιτισμικές συνθήκες. 

Πού οφείλεται λοιπόν η παραδοχή ότι οι γυναίκες είναι περισσότερο συναισθηματικές από τους άντρες; Στα κοινωνικά στερεότυπα που μεταφέρονται διαγενεακά και επηρεάζουν την κοινωνική μας αντίληψη με τέτοιο τρόπο, ώστε να διασφαλίζεται ή λανθασμένη επικύρωσή τους. Η σύνδεση με τις κοινωνικοπολιτισμικές παραμέτρους επιβεβαιώνεται, όταν επικαιροποιούνται οι μελέτες σχετικά με την έκφραση του συναισθήματος και καταλήγουν σε διαφορετικά συμπεράσματα, ανάλογα με το πολιτισμικό υπόβαθρο των συμμετεχόντων ή ανάλογα με την εξέλιξη του ρόλου της γυναίκας ή του άντρα.   

Τα ερευνητικά συμπεράσματα, για την επικράτηση του σχετικού με τις διαφορές της έκφρασης του συναισθήματος στερεοτύπου, έχουν σημαντικές προεκτάσεις. Για παράδειγμα, αν μία κατηγορούμενη γυναίκα εκφράσει θυμό κατά τη διάρκεια της δίκης της, αυξάνονται οι πιθανότητες για βαρύτερη  ποινή, κάτι που δεν ισχύει για τους άντρες κατηγορούμενους, στους οποίους επιδικάζεται μικρότερη ποινή, παρά την έκφραση του ίδιου ακριβώς συναισθήματος. Αυτό προφανώς συμβαίνει γιατί στην πρώτη περίπτωση, η έκφραση θυμού ερμηνεύεται ως χαρακτηριστικό μιας παραβατικής προσωπικότητας (αφού ο θυμός δεν συνδέεται με τη θηλυκότητα), ενώ στη δεύτερη περίπτωση ερμηνεύεται ως ακραία συναισθηματική επιβάρυνση.   

Οι προαναφερθείσες προεκτάσεις ισχύουν και στον εργασιακό χώρο. Μία γυναίκα, όταν εκφράσει έντονα συναισθήματα θυμού, αξιολογείται αρνητικά, ετικετοποιείται και συνήθως θεωρείται ακατάλληλη για ηγετικές θέσεις. Το ίδιο φαινόμενο παρατηρείται στους άντρες, όταν εκφράσουν συναισθήματα θλίψης (με κλάμα, ή παράπονα). Και στις δύο περιπτώσεις αυτό που πραγματικά συμβαίνει είναι ότι η έκφραση του συναισθήματος δεν επιβεβαιώνει το αντίστοιχο στερεότυπο για το κάθε φύλο. Μία άλλη έκφανση του φαινομένου παρατηρείται όταν μία γυναίκα είναι εντελώς ελεγχόμενη συναισθηματικά. Και σε αυτήν την περίπτωση δεν επιβεβαιώνεται το σχετικό στερεότυπο (οι γυναίκες είναι συναισθηματικές), με αποτέλεσμα η απουσία της έκφρασης του συναισθήματος να ερμηνεύεται ως έπαρση, ναρκισσισμός ή αυταρχικότητα, κάτι που δεν ισχύει για τους άντρες με παρόμοιο έλεγχο συναισθήματος, ακριβώς επειδή σε αυτήν την περίπτωση επιβεβαιώνεται το αντίστοιχο στερεότυπο (οι άντρες δεν εκφράζουν τα συναισθήματά τους).

Στον εργασιακό χώρο, τα συναισθήματα επηρεάζουν την επαγγελματική καθημερινότητα, καθώς επιδρούν σε πολλούς τομείς, από τη συνεργασία των υπαλλήλων, μέχρι τη λήψη αποφάσεων, τα κίνητρα και την επικοινωνία μεταξύ εργαζομένων και στελεχών. Είναι σκόπιμο λοιπόν, αφενός τα στερεότυπα να μην επηρεάζουν σημαντικές αποφάσεις- καθώς οι σύγχρονες έρευνες καταδεικνύουν ότι ένας άνθρωπος μπορεί να είναι ή να μην είναι συναισθηματικός ανεξαρτήτως του φύλου του- και αφετέρου να προωθείται μία κουλτούρα η οποία να θωρακίζει τα θετικά και παράλληλα να αναγνωρίζει και να περιθάλπει τα αρνητικά συναισθήματα.

Διάβασε ακόμα:

Ιδιότητες ενός επιτυχημένου επιχειρηματία

Εργασιακή κουλτούρα βασισμένη στον φόβο

Τι είναι η συναισθησία και πώς μας επηρεάζει