Το φαινόμενο Dunning-Kruger, κατά το οποίο τα άτομα τείνουν να υπερεκτιμούν τη γνωστική τους ικανότητα αποτελεί μια γνωστική προκατάληψη που αναλύεται από τους ψυχολόγους ως εξής:  τα άτομα που είναι τα λιγότερο ικανά σε έναν τομέα, συχνά αξιολογούν λανθασμένα τους εαυτούς τους ως υψηλής απόδοσης, παρόλο που δεν διαθέτουν την απαιτούμενη γνώση ή εμπειρία. Το φαινόμενο Dunning-Kruger αφορά τη γνωστική προκατάληψη μιας ψευδαισθητικής ανωτερότητας (”Cognitive Bias of Illusionary Superiority”) και αποδίδεται στην αδυναμία των ανθρώπων να αποδεχτούν την έλλειψη γνώσης ή ικανότητάς τους. Τα άτομα αυτά δεν έχουν την ικανότητα να αναγνωρίζουν τα δικά τους λάθη, προβάλλοντας αυξημένη αυτοπεποίθηση και αυτοαξιολογητική προκατάληψη. Δεν είναι επίσης σε θέση να εκτιμήσουν σωστά τις επιδόσεις άλλων ανθρώπων. Στην πραγματικότητα, δεν πρόκειται μόνο για έλλειψη συνείδησης ως προς την ατομική αδυναμία,αλλά και για απόλυτη άγνοια ως προς την ατομική άγνοια. Σε κάθε περίπτωση, η ικανότητα και η εμπειρία σε έναν τομέα πρέπει να προηγούνται της αυτοπεποίθησης, αλλιώς προκύπτει ψευδαίσθηση γνώσης και ανωτερότητας.


Η μεροληψία αυτή εδράζεται σε ανεπάρκειες του εγώ και σε κενά γνώσης. Έχουμε την τάση να υπερεκτιμούμε τις ικανότητες και τις γνώσεις μας σε διάφορα θέματα, ενισχύοντας έτσι την αυτοπεποίθησή μας. Δεν θέλουμε να αναγνωρίζουμε την άγνοιά μας προς άλλους ή προς τους εαυτούς μας. Συνεπώς το μυαλό μας δημιουργεί μια φυσική άμυνα για να ανταποκρίνεται σε αυτές τις καταστάσεις. Οι κάτω του μέσου όρου ικανότητες σε έναν τομέα μας καθιστούν κακούς κριτές. Επομένως, η ύπαρξη γνωστικών ανεπαρκειών μας καθιστά ανίκανους να εντοπίζουμε τα λάθη μας. Φανταστείτε να προσπαθείτε να αξιολογήσετε ένα καλογραμμένο άρθρο μη ξέροντας γραμματική και συντακτικό.


Μερικές φορές ακόμη και σε τομείς, όπου είμαστε ικανοί, υπερεκτιμούμε τις δεξιότητές μας επειδή δεν γνωρίζουμε τι δεν γνωρίζουμε. Όσο ικανότεροι γινόμαστε, τόσο περισσότερο συνειδητοποιούμε ότι δεν γνωρίζουμε. Ο Δαρβίνος το συνοψίζει άριστα λέγοντας: «η άγνοια γεννά περισσότερη αυτοπεποίθηση από τη γνώση».


Το φαινόμενο Dunning-Kruger είναι συχνό μεταξύ των επενδυτών. Στον χώρο των επενδύσεων ακούγονται γελοιότητες, όπως, «θα πουλήσω μόνο  όταν πάρω τα χρήματά μου πίσω», ή «αποκλείεται, αυτή η μετοχή είναι πάμφθηνη», ή «με αυτήν την μετοχή έχω πάει πολύ καλά, άρα την κρατάω». Όταν επενδυτές λένε τέτοια πράγματα, δεν έχουν ιδέα. Οι επενδυτές πρέπει να ξεπερνούν τα επισφαλή συναισθηματικά και πνευματικά στερεότυπα,ώστε να εξουδετερώνεται το φαινόμενο Dunning-Kruger. Δεν πρέπει να διακρατούν επενδύσεις που χάνουν για μεγάλο χρονικό διάστημα. Η άποψη «πουλάω όταν πάρω τα χρήματά μου», είναι σαν να είναι «δικαίωμά μας» να μην χάνουμε ποτέ στο χρηματιστήριο! Είναι δύσκολο να παραδεχτούμε ένα λάθος (οι απώλειες αποτελούν «απόδειξη» ενός λάθους), ενώ θα έπρεπε να θεωρούμε την πώληση ως ευκαιρία αναδιανομής του κεφαλαίου προς μια καλύτερη μετοχή. Άλλο λάθος είναι η πολύ πρώιμη πώληση κερδοφόρων μετοχών. Εάν μια πραγματοποιηθείσα απώλεια είναι σημείο αποτυχίας, τότε ένα πραγματοποιημένο κέρδος εκλαμβάνεται ως «απόδειξη» ότι είμαστε πραγματικά έξυπνοι επενδυτές. Όμως, μελέτες δείχνουν ότι οι κερδοφόρες μετοχές που ρευστοποιούνται πάνε στην πορεία ακόμη καλύτερα σε σύγκριση με τις συνεχιζόμενες απώλειες μη κερδοφόρων μετοχών που διακρατούνται.

Πολλοί επενδυτές τείνουν να έχουν υπερβάλλουσα αυτοπεποίθηση, αναδεικνύοντας έτσι το φαινόμενο Dunning-Kruger. Ένα παράδειγμα αυτού είναι οι επενδυτές που αγοράζουν μεμονωμένες μετοχές, όταν έχει πλειστάκις αποδειχθεί ότι ακόμη και «καλοί» επενδυτές υστερούν στην ανάλυση δεικτών.

Λόγω της τάσης μας να αναζητούμε μοτίβα στο χάος, τείνουμε να βλέπουμε μοτίβα ακόμη και εκεί που δεν υπάρχουν. Για παράδειγμα, δεν υπάρχει επιστημονική τεκμηρίωση για τα λεγόμενα «κερδοφόρα σερί» των επενδύσεων. Καλύτερα να μελετούμε τι κάναμε και τι δεν κάναμε, να κρατάμε αρχεία και να αναλύουμε τι λειτουργεί και τι δεν λειτουργεί. Η τελευταία πρόταση είναι ιδιαίτερα σημαντική δεδομένου ότι όταν οι μετοχές υποχωρούν και είμαστε έτοιμοι να πουλήσουμε… δεν πρέπει ενστικτωδώς να το κάνουμε. Αντ’ αυτού, να ανατρέχουμε στο επενδυτικό μας ιστορικό διερωτώμενοι πόσο συχνά συνέβησαν διορθώσεις, πόσο διήρκεσαν και τι συνέβη όταν δεν επενδύσαμε. Η ανωτερότητα είναι μια ψευδαίσθηση. Ανεξάρτητα από το επίπεδο εκπαίδευσης και το εισόδημα όλοι μπορούμε να μάθουμε από όλους.