Εξαρτάται για ποιόν Σκρούτζ μιλάμε -τον Σκρούτζ πριν το φάντασμα ή τον Σκρούτζ μετά το φάντασμα! Η απάντηση, εκπληκτική όντως, είναι ότι και οι δύο είχαν δίκιο (αλλά με διαφορετικούς τρόπους). Ας πάρουμε τον προ-φαντάσματος Σκρούτζ: δύο κύριοι έρχονται στο Σκρούτζ ζητώντας (κατ’ουσίαν) μία δωρεά για τους οικονομικά ευάλωτους. Ο κεφαλαιοκράτης Σκρούτζ απαντά ότι πληρώνει τους φόρους του  -που βεβαίως είναι σωστό- και ως εκ τούτου είναι καθήκον του κράτους να χρησιμοποιήσει τα χρήματα του φορολογούμενου, για να ανακουφίσει τη φτώχεια. Σε αυτό έχει φυσικά, απολύτως δίκιο. Δεν είναι ευθύνη του πολίτη να αντισταθμίζει τις αποτυχίες του κράτους με χορηγίες.


Ο Μίλτον Φρίντμαν μας διαβεβαιώνει ότι είναι ευθύνη των επιχειρήσεων να αποκομίζουν κέρδη και ευθύνη των κυβερνήσεων να διασφαλίζουν ότι οι άνθρωποι που δραστηριοποιούνται στην ελεύθερη αγορά, συμπεριλαμβανομένων των κεφαλαιουχικών κερδοσκοπικών επιχειρήσεων, θα συμπεριφέρονται με τέτοιο τρόπο ώστε να συμβάλουν στη γενική ευημερία. Θεωρούμε ότι το κράτος έχει την τελική ευθύνη να δημιουργήσει μια πραγματικά ελεύθερη οικονομία και μια κοινωνία ευκαιριών από την οποία όλοι θα επωφεληθούν. Όμως η φτώχεια εξακολουθεί να υφίσταται.


Παρά το γεγονός δηλαδή ότι ο προ-φαντάσματος Σκρούτζ έχει δίκιο, είναι λάθος να πιστεύει ότι εάν το κράτος δεν καταφέρει να αντιμετωπίσει την περιρρέουσα οικονομική αντιξοότητα, ο ίδιος δεν φέρει καμμία ευθύνη να προσπαθήσει να αποκαταστήσει τα πράγματα.


Ο μετά-φάντασμα Σκρούτζ είναι μάλλον πιο γενναιόδωρος, τουλάχιστον προς στην οικογένεια του υπαλλήλου του. Εν τούτοις, ίσως αξίζει να μελετηθεί, γιατί ο Σκρούτζ είναι πλούσιος και ο υπάλληλός του φτωχός. Και οι δύο εργάζονται εξίσου σκληρά. Και οι δύο είναι, χωρίς αμφιβολία, καλοί στη δουλειά τους. Η διαφορά μεταξύ τους ουσιαστικά συνίσταται στην ανισότητα της εξουσίας. Ο Σκρούτζ έχει επενδύσει κεφάλαιο, ο υπάλληλός του δεν έχει. Έτσι, ο Σκρούτζ μπορεί να αξιοποιήσει τους καρπούς της εργασίας του εργαζόμενου, πληρώνοντάς τον ελάχιστα σε σχέση με την αξία που δημιουργεί, ενώ αποθεματοποιεί και επανεπενδύει το πλεόνασμα. Λένε: αν δώσετε στον άνθρωπο ένα ψάρι, θα φάει για μια μέρα, αν τον διδάξετε να ψαρεύει δεν θα πεινάσει ποτέ ξανά”. Ο εργαζόμενος ξέρει πώς να “ψαρεύει” (πώς να κερδίζει τα προς το ζήν), αλλά ο κεφαλαιούχος Σκρούτζ ελέγχει την πρόσβαση στον ποταμό. Ως εκ τούτου -σε ακραίες καπιταλιστικές συνθήκες- ο Σκρούτζ έχει το δικαίωμα να πάρει σχεδόν όλο το “αλίευμα” του υπαλλήλου του, αφήνοντάς του μόνο το ελάχιστο απαραίτητο για να επιβιώσει.

Ο μετά-φάντασμα Σκρούτζ εξακολουθεί να απολαμβάνει τα προνόμια που απορρέουν από αυτή την ανισομέρεια ισχύος, αλλά τώρα είναι πιο γενναιόδωρος δίνοντας περισσότερα από τα πλεονάσματα που δημιουργεί ο υπάλληλος του (τουλάχιστον για τα Χριστούγεννα). Πρόκειται για ένα βήμα προς τη σωστή κατεύθυνση, χωρίς βέβαια να επιλύεται έτσι το χρόνιο πρόβλημα της οικονομικής δυσπραγίας σε οικονομικά ανελεύθερες κοινωνίες. Μπορούμε μόνο να ελπίζουμε ότι ο Σκρούτζ θα χρησιμοποιήσει την επιρροή του, για να αναγκάσει τους πολιτικούς να αντιμετωπίσουν τις παραμέτρους που προκαλούν και διαιωνίζουν τη φτώχεια, όπως ο πολιτικοοικονομικός συγκεντρωτισμός, η υπερφορολόγηση, η διαφθορά, ο κρατισμός, η υπερρύθμιση της επιχειρηματικότητος και η έλλειψη ελευθερίας και δικαιοσύνης.


Επομένως η τελική λύση στο «ζήτημα Σκρούτζ» βρίσκεται στο ότι πρέπει να διασφαλίσουμε ότι το κράτος θα κάνει με συνέπεια τη δουλειά του για να εξασφαλίσει αληθινή οικονομική ελευθερία και ελεύθερη επιχειρηματικότητα με απρόσκοπτη κίνηση κεφαλαίου και χαμηλή φορολογία, ώστε οι άποροι αυτού του κόσμου να έχουν ευκαιρίες να δημιουργήσουν τον πλούτο τους και να μην βασίζονται στη φιλανθρωπία των ισχυρών Σκρούτζ. Οι ισχυροί, εν τω μεταξύ, πρέπει να δίνουν έμφαση στην φιλανθρωπία, όσο το κράτος αδυνατεί να δώσει οριστικές λύσεις στο πρόβλημα.