Ορισμένοι άνθρωποι αποφεύγουν τις συγκρούσεις υιοθετώντας μια παθητική στάση, ενώ άλλοι γίνονται πιο επιθετικοί ή ακόμα και χειριστικοί για να πετύχουν αυτό που θέλουν. Στην πραγματικότητα τίποτα από τα παραπάνω δεν οδηγεί σε θετικά αποτελέσματα. Από την άλλη πλευρά, η διεκδικητική συμπεριφορά αποτελεί μια πολύ σημαντική δεξιότητα που μας επιτρέπει να αναλαμβάνουμε την ευθύνη των πράξεών μας και να εκφράζουμε τα δικαιώματα και τις ανάγκες μας με ξεκάθαρο τρόπο και με σεβασμό απέναντι στον εαυτό μας, αλλά και στους άλλους.

Η διεκδικητική συμπεριφορά φαίνεται να λειτουργεί σαν καταλύτης απέναντι στο άγχος, τον φόβο και την ανησυχία που πηγάζουν από τις διαπροσωπικές σχέσεις. Είναι ένας τρόπος να διασφαλίσουμε τα βασικά ατομικά μας δικαιώματα, όπως το να ζητάμε αυτό που θέλουμε, να λέμε «όχι» χωρίς να νιώθουμε ενοχές, να είμαστε ανεξάρτητοι, να κάνουμε λάθη, να διατηρούμε τη δική μας γνώμη κ.ο.κ. Ταυτόχρονα είναι και ένας τρόπος να σεβόμαστε τα αντίστοιχα δικαιώματα των άλλων. 

• Προετοιμασία: Αποφασίζουμε εκ των προτέρων μέχρι ποιο σημείο είμαστε διατεθειμένοι να συμβιβαστούμε ή να διαπραγματευτούμε. Ένα πρώτο βήμα είναι η σωστή προετοιμασία και αυτό σχετίζεται και με τη διαμόρφωση μιας ορθής επιχειρηματολογίας. Ένας καλός τρόπος για να προετοιμάσει κανείς τα επιχειρήματά του είναι να ξεκινήσει με την αιτιολόγηση της κατάστασης, δηλ. με μια συνοπτική περιγραφή των γεγονότων ή του προβλήματος που έχει προκύψει. Στη συνέχεια είναι χρήσιμο να μιλήσουμε ξεκάθαρα και με ειλικρίνεια για τα συναισθήματα που βιώνουμε εξ’ αιτίας των όσων έχουν συμβεί και έπειτα να εκφράσουμε τις ανάγκες μας, δηλ. αυτό που χρειαζόμαστε ή που επιθυμούμε να συμβεί στη συνέχεια. Σημαντική είναι η χρήση του πρώτου προσώπου αντί του δεύτερου π.χ. μπορούμε να πούμε«αισθάνομαι ότι…» ή «δεν μου αρέσει…», αντί του «δεν πρέπει να το κάνεις αυτό», «είσαι απόλυτος» κ.α.). Στο τέλος είναι χρήσιμο να αναφερθούμε σε πιθανές συνέπειες σε περίπτωση που δεν επιλυθεί το πρόβλημα.

• Θετική στάση: Η αρχή της συνομιλίας καθορίζει και τον ρυθμό για την εξέλιξή της. Εάν ξεκινήσουμε με ένα θετικό σχόλιο, μια φιλοφρόνηση και πιο φιλική στάση είναι πιθανότερο να διαμορφώσουμε ένα θετικό κλίμα για να διαπραγματευτούμε στη συνέχεια. 

• Αντικειμενικότητα: Η αντικειμενικότητα δεν είναι πάντα εύκολο να επιτευχθεί, ειδικά όταν είμαστε σε ένταση. Είναι χρήσιμο όμως να εξηγούμε τη δική μας οπτική, αποφεύγοντας την προσωπική κριτική στις απόψεις του άλλου. Όταν εστιάζουμε μόνο σε μια συγκεκριμένη συμπεριφορά που μας ενοχλεί είναι πιθανότερο να παραμείνουμε αντικειμενικοί και να βρεθεί μια λύση που να ικανοποιεί και τις δύο πλευρές. 

• Λακωνικότητα: Χρειάζεται να διατηρήσουμε αμείωτο το ενδιαφέρον και την προσοχή του συνομιλητή μας και αυτό σημαίνει να αποφύγουμε θεωρητικές αναλύσεις, μακροσκελείς επεξηγήσεις και τα περιττά σχόλια. Προσπαθούμε να είμαστε όσο το δυνατόν πιο συνοπτικοί, απλοί και ξεκάθαροι.

Ανταπόκριση στην αρνητική κριτική  

Είναι πολύ πιθανό η πρώτη αντίδραση της άλλης πλευράς να μην είναι η αναμενόμενη, να είναι πολύ σκληρή ή φαινομενικά άδικη. Σε κάθε περίπτωση μία άδικη κριτική πρέπει να αντικρούεται. Μπορούμε να πούμε «διαφωνώ», «δεν μπορώ να το δεχθώ αυτό» κ.ο.κ. Αντίστοιχα, αν κάποιος απαντήσει με αρνητική κριτική, μπορεί να είναι πιο συνετό να χρησιμοποιήσουμε κάποιες από τις λεγόμενες «τεχνικές προστασίας», π.χ. το να απαντάμε μόνο σε σχόλια που δεν είναι ενοχοποιητικά ή άδικα και να αγνοούμε τα υπόλοιπα (τεχνική επιλεκτικής αγνόησης), το να θέτουμε ως όρο ότι θα συζητήσουμε μόνο όταν ο θυμός έχει εξαλειφθεί (αφοπλισμός του θυμού), η συνεχής και ήρεμη επανάληψη του αιτήματός μας (τεχνική «η βελόνα κόλλησε») ή το να συμφωνούμε εν μέρει, χωρίς να προσδιορίζουμε δηλαδή επακριβώς αν ο συνομιλητής μας έχει δίκιο με φράσεις όπως «ίσως να έχεις δίκιο…» ή «μπορεί να είναι κι έτσι…». Εάν ωστόσο οι τεχνικές προστασίας χρησιμοποιούνται κατ’ επανάληψη, ενδέχεται να αποβούν αναποτελεσματικές.

Η διεκδικητική συμπεριφορά μας καλεί να φτάσουμε σε ένα λογικό συμπέρασμα και όχι απλά να επιτύχουμε μια νίκη. Κάποιες φορές το ιδανικό αποτέλεσμα μπορεί να είναι ο συμβιβασμός. Η εκπαίδευση στη διεκδικητική συμπεριφορά μας μαθαίνει να εκφραζόμαστε καλύτερα και πιο ανοιχτά, δηλαδή να εκφράζουμε τις σκέψεις και τα συναισθήματά μας με θάρρος, ειλικρίνεια και ευθύτητα, αλλά όχι εις βάρος των άλλων. Για να αποκτήσουμε διεκδικητική συμπεριφορά, χρειάζεται όμως πρώτα από όλα να επιθυμούμε να αλλάξουμε και φυσικά να δεσμευτούμε στην πρακτική εξάσκηση.