Πολλές επιχειρήσεις εν μέσω της πανδημίας του νέου κορωνοϊού στρέφονται ολοένα και περισσότερο σε πιο σύγχρονες ή/και καινοτόμες μεθόδους επικοινωνίας με το εργατικό δυναμικό. Η αναδιαμόρφωση του τρόπου επικοινωνίας, αλλά και εκπαίδευσης προκύπτει σαν λογική συνέπεια της αναγκαιότητας για την τήρηση των μέτρων φυσικής απόστασης και των μέτρων πρόληψης για τη μείωση της μετάδοσης του ιού. Η ενσωμάτωση νέων εργαλείων επικοινωνίας από τη μία ωθεί τις επιχειρήσεις στον εκσυγχρονισμό και την αναβάθμιση και από την άλλη διαμορφώνει νέες -άλλοτε πιο φιλικές και άλλοτε πιο απαιτητικές- συνθήκες εργασίας που απαιτούν γρήγορη προσαρμογή και ευελιξία από το εργατικό δυναμικό και τους εργοδότες. Μεταξύ αυτών συγκαταλέγονται η επικοινωνία μέσω ενημερωτικών δελτίων, η χρήση εσωτερικών ιστοσελίδων, η χρήση εργαλείων ηλεκτρονικής μάθησης, η χρήση εφαρμογών τηλεδιάσκεψης, αλλά και η δημιουργία εξειδικευμένων εφαρμογών. Οι επιχειρήσεις οφείλουν να εκπαιδεύουν κατάλληλα το εργατικό δυναμικό στους νέους τρόπους επικοινωνίας και εκπαίδευσης που υιοθετούν, δίνοντας ένα ικανοποιητικό περιθώριο για εξάσκηση. Στην πράξη, η προσαρμογή που απαιτείται είναι συνήθως πολύ σύντομη και το προσωπικό, ιδίως όταν είναι εξοικειωμένο με την τεχνολογία, ανταποκρίνεται πολύ γρήγορα στις αλλαγές. Όταν ωστόσο οι αλλαγές είναι βεβιασμένες ή υλοποιούνται χωρίς προειδοποίηση, οι εργαζόμενοι φαίνεται να αποδίδουν λιγότερο ικανοποιητικά για μεγαλύτερο χρονικό διάστημα. 

• Χρειάζεται όλες οι πληροφορίες και τα μηνύματα που μεταφέρονται στο προσωπικό να είναι σαφή και συγκεκριμένα. Προς αυτήν την κατεύθυνση βοηθάει η συχνή επανάληψη, οι πρακτικές συστάσεις για την τήρηση των μέτρων, η άμεση ανατροφοδότηση και η αμεσότητα από την πλευρά της εργοδοσίας.  Όταν απλώς διαχέονται φήμες, ανυπόστατα  σχόλια, ή ανεπιβεβαίωτες ειδήσεις και γίνεται χρήση υπερβολικής γλώσσας, ο φόβος και η αβεβαιότητα εντείνονται με αρνητικές επιπτώσεις στο εργασιακό περιβάλλον της επιχείρησης.

• Οι εργαζόμενοι θα πρέπει να είναι πλήρως ενημερωμένοι σχετικά με τις υποχρεώσεις, αλλά και τα δικαιώματα τους, όπως άδειες, οφέλη, πολιτικές για πιθανή αναστολή εργασίας ή άλλα προγράμματα βοήθειας που διατίθενται από την κυβέρνηση για την αντιμετώπιση  του COVID-19. Είναι πολύ χρήσιμο να υπάρχει ένα πρόσωπο ή σημείο αναφοράς εντός της επιχείρησης για ερωτήσεις σχετικά με αυτές τις επιλογές με εύκολη πρόσβαση για το προσωπικό. Η διάθεση μιας τέτοιας εσωτερικής υπηρεσίας ενισχύει την αίσθηση ασφάλειας και εμπιστοσύνης απέναντι στην επιχείρηση.

• Η προαγωγή της ασφάλειας και των κανόνων υγιεινής αποτελούν βασικό πυρήνα, αλλά εξίσου σημαντικό είναι, στο μέτρο του δυνατού, να μπορούν να εντοπιστούν σημάδια ψυχολογικής επιβάρυνσης στους εργαζομένους, όπως αποδιοργανωμένη  ή καταστροφική συμπεριφορά, κοινωνική απόσυρση, υποβάθμιση της απόδοσης, απότομη πτώση της παραγωγικότητας κ.ο.κ.  Οι έρευνες έχουν δείξει ότι υπάρχει έντονη ψυχολογική επιβάρυνση λόγω της κρίσης του COVID-19 και έτσι αρκετές επιχειρήσεις  υιοθετούν σε αυτό το πλαίσιο πρωτοβουλίες  για την παροχή ψυχολογικής υποστήριξης εντός της εργασίας ή/ και σχετικές συναντήσεις ευαισθητοποίησης για την ψυχική ευημερία, την εκπαίδευση σε τεχνικές χαλάρωσης και την ενημέρωση για τη σημασία της διατήρησης ενός υγιεινού τρόπου ζωής (διατροφή, ύπνο, ανάπαυση, άσκηση). 

• Απαραίτητο είναι να υπάρχει επίσης σεβασμός του απορρήτου των εργαζομένων, συμπεριλαμβανομένων και των όποιων πληροφοριών σχετικά με την υγεία τους (π.χ. σε περιπτώσεις  που χρειάζεται να ενεργοποιηθεί διαδικασία ιχνηλάτησης επαφών) ή άλλα οικογενειακά ζητήματα που προέκυψαν κατά την περίοδο της πανδημίας και  άπτονται ιδιαίτερων ρυθμίσεων. Καμία πληροφορία δεν πρέπει να διαβιβάζεται σε τρίτους, χωρίς τη συγκατάθεση του εκάστοτε εργαζόμενου ή με τρόπο που να διαφυλάσσει την ανωνυμία του, ώστε να μην υπάρξει ενδεχόμενος στιγματισμός.