Η πανδημία του νέου κορωνοϊού έχει επιφέρει σημαντικές αλλαγές στη ζωή όλων. Εκατοντάδες έρευνες σε παγκόσμιο επίπεδο διεξάγονται προς κάθε κατεύθυνση και νέα δεδομένα γνωστοποιούνται καθημερινά σκιαγραφώντας τις επιπτώσεις του ιού στην καθημερινότητα των ανθρώπων. Πέρα από τις ιατρικές μελέτες με στόχο την κατανόηση και αντιμετώπιση του ιού, στο επίκεντρο παραμένουν και οι μελέτες για τις επιπτώσεις στην εργασία. Η εργασία εν μέσω της πανδημίας φαίνεται ότι για το μεγαλύτερο μέρος του εργατικού δυναμικού, αποτελεί μια επιβαρυντική εμπειρία που απειλεί τόσο τη σωματική όσο και την ψυχολογική ευημερία. Οι εργαζόμενοι έρχονται καθημερινά αντιμέτωποι με την ανησυχία για την ενδεχόμενη μόλυνση, τον φόβο για τη μείωση ή απώλεια των αμοιβών τους, αλλά και τη γενικότερη αβεβαιότητα για το μέλλον που φαντάζει δυσοίωνο για την επιβίωση χιλιάδων ανθρώπων.

Παρά τη συλλογική προσπάθεια για τη διατήρηση της οικονομικής ανάπτυξης των χωρών, πολλά εμπόδια παραμένουν. Για παράδειγμα, το φυσικό εργασιακό περιβάλλον, συμπεριλαμβανομένης της διάταξης του χώρου εργασίας και των σημείων έκθεσης σε επικίνδυνους παράγοντες, ενισχύουν τις αρνητικές επιπτώσεις της πανδημίας στον τομέα της εργασίας. Πέρα από το ιατρικό και νοσηλευτικό προσωπικό, τα επαγγέλματα με τη μεγαλύτερη επιβάρυνση περιλαμβάνουν υπαλλήλους σε θέσεις που απαιτούν συχνή ή στενή επαφή με το κοινό (π.χ. σε καταστήματα και σούπερ μάρκετ, τράπεζες, δημόσιες υπηρεσίες, εκπαιδευτικά ιδρύματα, εταιρείες που παρέχουν υπηρεσίες παράδοσης ή μεταφορών, εστιατόρια και τουριστικές εγκαταστάσεις) και υπαλλήλους που εργάζονται σε περιβάλλοντα υψηλής πυκνότητας (π.χ. εργοστάσια, τηλεφωνικά κέντρα). Ακόμα όμως και οι εργαζόμενοι από το σπίτι, κατά περίπτωση, φαίνεται ότι έρχονται αντιμέτωποι με ορισμένες δυσκολίες, όπως εργονομικούς κινδύνους, έλλειψη κατάλληλου εξοπλισμού, ακατάλληλες συνθήκες εργασίας ή ανεπαρκές φυσικό περιβάλλον.

Ένα κομβικό σημείο για τη μείωση της σωματικής και ψυχικής πίεσης, ιδίως σε περιόδους κρίσεων, σχετίζεται με την αξιολόγηση του φόρτου εργασίας, τον ρυθμό εργασίας και το πρόγραμμα που υιοθετείται από τις επιχειρήσεις. Τα επίπεδα παραγωγικότητας μπορεί να μην κυμαίνονται στα συνηθισμένα, καθώς ορισμένοι εργαζόμενοι χρειάζονται μεγαλύτερο χρόνο προσαρμογής στα νέα δεδομένα. Προσοχή επομένως χρειάζεται στις μη ρεαλιστικές προσδοκίες σε επίπεδο απόδοσης και παραγωγικότητας, καθώς πρέπει να λαμβάνονται υπόψη οι περιορισμοί και οι ρυθμίσεις που επιβάλλονται από την έκτακτη ανάγκη COVID-19. Αυτό μπορεί να σημαίνει είτε ανάγκη για μείωση δραστηριοτήτων είτε ανάγκη για εντατικοποίηση της παραγωγής και πρόσληψη έκτακτου προσωπικού για την αντιμετώπιση του αυξημένου φόρτου εργασίας. 

Ο νέος κορωνοϊός απαιτεί από εργοδότες και εργαζόμενους υπευθυνότητα και επαγγελματισμό. Φαίνεται ότι η έλλειψη σαφήνειας σχετικά με τις βέλτιστες πρακτικές για τον περιορισμό του κινδύνου έκθεσης και οι ελλείψεις προστατευτικού εξοπλισμού αυξάνουν το άγχος και την ανησυχία των εργαζομένων. Σε αυτό συγκαταλέγονται και τα αυστηρά πρωτόκολλα προστασίας που απαιτούν συνεχή εγρήγορση, αυξημένο έλεγχο και προσοχή, προσαρμογή του τρόπου εργασίας και συγκεκριμένους κανόνες συμπεριφοράς στο εργασιακό πλαίσιο. Οι αλλαγές που απαιτούνται μπορεί να οδηγήσουν σε σωματική και ψυχολογική απόσταση με συναδέλφους και ασθενείς, αυξάνοντας τις αντιδράσεις άγχους, ενισχύοντας τα συναισθήματα απομόνωσης ή/ και εκνευρισμού/θλίψης. Ωστόσο, ο φόβος της μετάδοσης και η ανησυχία μπορεί να μειωθούν, όταν υπάρχει καλή συνεργασία με τους εργοδότες, εάν ληφθούν και εφαρμοστούν κατάλληλα μέτρα και οι εργαζόμενοι είναι καλά ενημερωμένοι και εκπαιδευμένοι.