Τα μέτρα για τον περιορισμό της φυσικής επαφής, σε μια προσπάθεια διακοπής της πανδημίας οδήγησαν σε άνευ προηγουμένου μείωσης των θέσεων εργασίας σε όλο τον κόσμο. 

Το Eurofound μελετώντας τον αντίκτυπο της πανδημίας στην εργασία, στην οικονομική κατάσταση αλλά και την ευημερία των ανθρώπων που ζουν  και εργάζονται στην Ευρώπη, κατέληξε ότι παρατηρούνται σημαντικές αλλαγές που θα πρέπει να λάβουμε σοβαρά υπ’ όψιν. Παράγοντες όπως η αύξηση του ποσοστού ανεργίας, οι αλλαγές στον εργασιακό χρόνο, η άνοδος των εργαζομένων που ξεκίνησαν τηλεργασία ως αποτέλεσμα του COVID-19, η αύξηση της χρήση της τηλεργασίας, η μείωση του χρόνου εργασίας, η καθυστέρηση στην καταβολή οφειλών και οι διαστάσεις σύγκρουσης ανάμεσα στην εργασία και στην προσωπική ζωή των εργαζομένων, αποτελούν τις βασικότερες μεταβλητές που εξετάστηκαν στα πλαίσια της εργασιακής ανασφάλειας λόγω της πανδημικής κρίσης.  

 Λόγω του ότι η οικονομική δραστηριότητα  ακινητοποιήθηκε, πολλές θέσεις εργασίας κινδυνεύουν, ενώ αρκετές χάθηκαν από την πρώτη στιγμή που ξεκίνησε η πανδημία, δηλαδή τον Μάρτιο του 2020. Συγκεκριμένα, όπως το κατέγραψε η Eurostat, το ποσοστό ανεργίας αυξήθηκε σε 6,6% σε σχέση με τον προηγούμενο μήνα, κάτι που συνεχίστηκε και τους επόμενους μήνες. Αυτά τα πρώτα αποτελέσματα επισημαίνουν τον αντίκτυπο στην ποιότητα ζωής και την εργασία των ατόμων ως αποτέλεσμα της πανδημίας COVID-19. 

το ποσοστό ανεργίας αυξήθηκε σε 6,6% σε σχέση με τον προηγούμενο μήνα, κάτι που συνεχίστηκε και τους επόμενους μήνες.

 Στην έρευνα του Eurofound, με τίτλο “Living, working and COVID-19”, που συμμετείχαν πάνω από 85.000 άτομα εξετάστηκαν τα επίπεδα ανασφάλειας στην εργασία, με το 16% των εργαζομένων στην ΕΕ να σκέφτεται ότι είναι πιθανό να χάσει τη δουλειά τους στο εγγύς μέλλον (7% πιστεύουν ότι αυτό είναι «πολύ πιθανό» και 9% «μάλλον πιθανό»). Η εργασιακή ανασφάλεια είναι υψηλότερη σε πολλά ανατολικά και νότια κράτη μέλη, με 20% στη Βουλγαρία και 15% στην Ελλάδα να δηλώνουν ότι αισθάνονται ότι είναι πολύ πιθανό να χάσουν τη δουλειά τους ως αποτέλεσμα της κρίσης. 

 Όσον αφορά τον χρόνο εργασίας δείχνει να μειώθηκε για τους μισούς από τους εργαζομένους. Τα αποτελέσματα δείχνουν ότι το 50% των εργαζομένων σε ολόκληρη την ΕΕ βίωσαν μείωση του χρόνου εργασίας τους. Περισσότερο από το ένα τρίτο (34%) των εργαζομένων είπε ότι ο χρόνος εργασίας τους μειώθηκε «πολύ» και 16% ότι μειώθηκε «λίγο».Η Ελλάδα, η Γαλλία, η Ιταλία και η Κύπρος είναι χώρες όπου περίπου οι μισοί από τους εργαζόμενους είπαν ότι ο εργασιακός τους χρόνος τους μειώθηκε “πολύ”. Από την άλλη πλευρά, για το 7% των εργαζομένων κατά μέσο όρο στην ΕΕ, ο χρόνος εργασίας αυξήθηκε πολύ. Το μεγαλύτερο ποσοστό εργαζομένων των οποίων ο χρόνος εργασίας δεν έχει αλλάξει αναφέρθηκε στη Σουηδία, Φινλανδία και Δανία.

  Το ποσοστό των εργαζομένων οι οποίοι άρχισαν να εργάζονται από το σπίτι τους ως αποτέλεσμα της πανδημίας, είναι περίπου πάνω από το ένα τρίτο (37%) αυτών που εργάζονται επί του παρόντος στην ΕΕ. Οι μεγαλύτερες αναλογίες εργαζομένων που μετέβησαν στην εργασία από το σπίτι βρέθηκαν να είναι στις σκανδιναβικές χώρες και στις χώρες της Μπενελούξ (κοντά στο 60% στη Φινλανδία και άνω του 50% στο Λουξεμβούργο, τις Κάτω Χώρες, το Βέλγιο και τη Δανία, και 40% ή περισσότερο στην Ιρλανδία, Σουηδία, Αυστρία και Ιταλία). 

Εργαζόμενη δουλεύει από το σπίτι

 Εύλογο είναι το γεγονός ότι εκείνοι που μετέβησαν στο καθεστώς εργασίας από το σπίτι κατά τη διάρκεια της πανδημίας είναι κυρίως άτομα που είχαν προηγουμένως εμπειρία τηλεργασίας. Μεταξύ εκείνων που δεν έχουν εργαστεί ποτέ από το σπίτι πριν από την πανδημία, το ποσοστό που ξεκίνησε την τηλεργασία είναι χαμηλότερο (24%) σε σύγκριση με άτομα που έχουν τηλε-εργαστεί προηγουμένως τουλάχιστον μερικές φορές (56%). Επιπλέον, τα αποτελέσματα της έρευνας δείχνουν ότι το 18% όλων των εργαζομένων αναφέρουν ότι εργάζονται στον ελεύθερο χρόνο τους τουλάχιστον κάθε δεύτερη μέρα για να ανταποκριθούν στις εργασιακές απαιτήσεις.

  Όσον αφορά την εμφάνιση καταστάσεων σύγκρουσης εργασίας- προσωπικής ζωής, που μελετήθηκαν, φαίνεται ότι τα άτομα με παιδιά βιώνουν μεγαλύτερες δυσκολίες καθώς δεν μπορούν να κάνουν χρήση των υπηρεσιών φροντίδας παιδιών και σε ορισμένες περιπτώσεις πρέπει ταυτόχρονα με τη δική τους εργασία να επιβλέπουν τη σχολική εκπαίδευση στο σπίτι. Πιο συγκεκριμένα πάνω από ένα στα πέντε άτομα (22%) που ζουν με μικρά παιδιά (κάτω των 12 ετών) ανέφεραν δυσκολίες στο να επικεντρωθούν στη δουλειά τους όλες ή τις περισσότερες φορές, σε σύγκριση με μόλις το 5% των νοικοκυριών χωρίς παιδιά και 7% με παιδιά ηλικίας 12- 17 ετών. Η οικογενειακή σύγκρουση που βιώνουν άτομα με μικρά παιδιά ήταν πάντα λίγο πιο εκτεταμένη από ό,τι μεταξύ ατόμων με μεγαλύτερα παιδιά ή χωρίς παιδιά στο νοικοκυριό. 

Εργαζόμενη δυσκολεύεται να δουλέψει από το σπίτι

  Τέλος, η καθυστέρηση στην καταβολή οφειλών είναι ένα σημαντικό πρόβλημα για τους ανέργους και τους αυτοαπασχολουμένους. Τα δεδομένα της έρευνας δείχνουν ότι το 28% των ανέργων καθυστερούν την εξόφληση λογαριασμών κοινής ωφελείας, το 24% καθυστερούν την αποπληρωμή καταναλωτικών δανείων, το 23% έχουν καθυστερήσεις στους λογαριασμούς τηλεφώνου, τους λογαριασμός κινητής τηλεφωνίας ή σύνδεσης στο Διαδίκτυο, το 22% αναφέρει καθυστερήσεις στην πληρωμή ενοικίου ή υποθηκών και το 16% καθυστερεί σε πληρωμές για υγειονομική περίθαλψη ή ασφάλιση υγείας. 

  Τα άτομα που είναι αυτοαπασχολούμενοι κατά μέσο όρο αναφέρουν περισσότερες καθυστερήσεις, ενώ οι αναλογίες είναι πολύ χαμηλότερες για τους ερωτηθέντες που είναι απασχολούμενοι/υπάλληλοι ή συνταξιούχοι. Η αδυναμία πληρωμής του ενοικίου ή της υποθήκης  είναι πρόβλημα για το 23% των ερωτηθέντων στην Κύπρο και για το 22% των ερωτηθέντων στην Ελλάδα. Ένας στους πέντε άνεργους  φοβάται ότι θα χάσει το σπίτι του. Ενώ αρκετά κράτη μέλη έχουν θεσπίσει μέτρα για να αποφύγουν εξώσεις ανθρώπων από τα σπίτια τους, ακόμα 6% όλων των ερωτηθέντων δηλώνουν ότι είναι («πολύ» ή «μάλλον») πιθανό ότι θα πρέπει να αφήσουν το σπίτι τους εντός των επόμενων έξι μηνών, επειδή δεν μπορούν πλέον να αντέξουν οικονομικά το ενοίκιο. Το ποσοστό αυτό αυξάνεται στο 20% σε όσους είναι άνεργοι και στο 11% σε αυτούς που είναι αυτοαπασχολούμενοι. Αυτά τα πρώτα αποτελέσματα επισημαίνουν τον αντίκτυπο στην ποιότητα ζωής και στην εργασία των ατόμων ως αποτέλεσμα της πανδημίας COVID-19 και στην ανάγκη εντατικοποίησης των μέτρων οικονομικής στήριξης.

Διάβασε ακόμα:

Εργασία και ψυχική ευεξία κατά την πανδημία covid-19

Εργασία εν μέσω πανδημίας

Ψυχικές επιπτώσεις της καραντίνας με αντίκτυπο στην οικονομία