Με τον όρο ανεργία περιγράφεται η κατάσταση κατά την οποία ένα άτομο ικανό και διαθέσιμο να εργαστεί, δεν μπορεί να βρει δουλειά. Η ακριβής μέτρηση του αριθμού των ανέργων είναι δύσκολη και γι’ αυτό το ποσοστό είναι συνήθως υποεκτιμημένο κυρίως λόγω της «κρυφής ή κεκρυμμένης ή συγκαλυμμένης» ανεργίας, δηλ. του ανενεργού οικονομικά πληθυσμού που είναι είτε ακούσια άνεργοι είτε υποαπασχολούμενοι (π.χ. στη γεωργία ή σε οικογενειακές επιχειρήσεις).  Στο ποσοστό της κρυφής ανεργίας θα πρέπει συμπεριληφθεί και ο αριθμός των ατόμων που δραστηριοποιούνται στην παραοικονομία (δραστηριότητες που δεν δηλώνονται) και φέρονται ως άνεργοι, μη συμπεριλαμβανόμενοι στο εργατικό δυναμικό.

Επιπλέον, μετά από πολλά χρόνια ανεργίας παρατηρείται το φαινόμενο του «αποθαρρυμένου εργαζόμενου», ο οποίος δεν δηλώνει ότι αποζητά εργασία λόγω απογοήτευσής ή ντροπής. Αυτό οδηγεί πολλές φορές στο παράδοξο αποτέλεσμα να μη μειώνεται το ποσοστό ανεργίας ενώ αυξάνεται η δυνατότητα απασχόλησης.

Πολλές φορές ο αριθμός των ανέργων δεν αντιστοιχεί -ως μέγεθος- στο ποσοστό ανεργίας και συχνά παρατηρείται το φαινόμενο να αυξάνεται ο αριθμός των ανέργων και το ποσοστό ανεργίας να παραμένει σταθερό ή ακόμη και να μειώνεται. Αυτό συμβαίνει γιατί το ποσοστό ανεργίας ισούται με τον λόγο του αριθμού των ανέργων προς το εργατικό δυναμικό. Εάν, συνεπώς, ο αριθμός των ανέργων αυξάνεται, αλλά παράλληλα αυξάνεται περισσότερο το εργατικό δυναμικό, τότε το ποσοστό ανεργίας θα εμφανίζεται μειωμένο. Αντίθετα, εάν ο αριθμός των ανέργων μειώνεται, αλλά το εργατικό δυναμικό μειώνεται ακόμη περισσότερο, τότε το ποσοστό ανεργίας αυξάνεται. 

Η ανεργία μπορεί να πάρει πολλές μορφές, όπως: 

• η ανεργία τριβής, η οποία δεν μπορεί να μειωθεί και αφορά το στάδιο κατά το οποίο κάποιος λόγω του κύκλου ζωής βρίσκεται προς αναζήτηση εργασίας (π.χ. ο απόφοιτος πανεπιστημίου που ψάχνει την πρώτη του δουλειά, ή κάποιος που παραιτήθηκε και ψάχνει μία καλύτερη θέση εργασίας κ.λπ.

• η εποχική ανεργία, εξαιτίας της εποχιακής φύσης ορισμένων επαγγελματικών δραστηριοτήτων, 

• η κυκλική ανεργία, η ανεργία δηλ. που οφείλεται στην περιορισμένη ζήτηση κάποιων προϊόντων ή υπηρεσιών, 

• η δομική ή διαρθρωτική ανεργία, η οποία σχετίζεται με τις οικονομικές διαρθρωτικές κινήσεις και κατά την οποία τα προσόντα των εργαζομένων δεν αντιστοιχούν στις απαιτήσεις των επιχειρήσεων,

• η αναπτυξιακή ανεργία, η οποία προκύπτει από τα σταθεροποιητικά προγράμματα και από τη σύγχρονη τεχνολογία που ευοδώνει την οικονομική ανάπτυξη.

Πολλοί παράγοντες συμβάλλουν στα ποσοστά της ανεργίας όπως το στάδιο στο οποίο βρίσκεται η οικονομία (ύφεση/ανάκαμψη), το μέγεθος των επιδομάτων ανεργίας (τα μεγάλα επιδόματα λειτουργούν  ως αντικίνητρο στην αναζήτηση εργασίας και συμβάλλουν στην αύξηση των ποσοστών ανεργίας), η ευελιξία στις σχέσεις εργοδότη-εργαζομένου (π.χ. ευέλικτο ωράριο, ευκαμψία μισθοδοσίας και εργοδοτικών εισφορών) και η αποτελεσματικότητα των διαύλων αναζήτησης ώστε το κατάλληλο άτομο να βρει την κατάλληλη εργασία. 

Η βασική αιτία της ανεργίας ωστόσο παραμένει το χαμηλό επίπεδο ανάπτυξης μιας χώρας και ο βραδύς ρυθμός μεγέθυνσης της οικονομίας της. Ο βαθμός ανεργίας επιδεινώνεται όταν υπάρχουν χρονίζοντα διαρθρωτικά προβλήματα και δυσλειτουργίες. Το επίπεδο, επίσης, εκπαίδευσης και σύγχρονης εξειδίκευσης επηρεάζει σημαντικά την ανεύρεση εργασίας. Τέλος, το ποσοστό ανεργίας επηρεάζεται από τον αριθμό των οικονομικών προσφύγων που γίνονται αποδεκτοί κατά περιόδους, χωρίς να λαμβάνεται υπόψη το σημείο του οικονομικού κύκλου στο οποίο βρίσκεται η οικονομική δραστηριότητα της χώρας που τους φιλοξενεί.

Το υψηλό ποσοστό ανεργίας επιφέρει αρνητικές επιπτώσεις τόσο στην ανάπτυξη της οικονομίας όσο και στην ανάπτυξη του κοινωνικού ιστού καθώς πλήττει περισσότερο τα νέα άτομα, με αποτέλεσμα να μη μπορούν να αυτονομηθούν οικονομικά από τους γονείς τους και να δυσκολεύονται στην πραγματοποίηση των στόχων τους π.χ. δημιουργία οικογένειας. Το κοινωνικό κόστος της ανεργίας και της συνεπαγόμενης μη αυτονόμησης των νέων είναι τεράστιο, γιατί εξαιτίας της ενισχύεται το δημογραφικό πρόβλημα της χώρας, μένει ανενεργό το πλέον υποσχόμενο εργατικό δυναμικό (οι νέοι είναι περισσότερο και καλύτερα εκπαιδευμένοι, προσαρμόζονται ευκολότερα στις εξελίξεις της τεχνολογίας, είναι ενθουσιώδεις και ανθεκτικοί) και αυξάνονται τα ποσοστά παραβατικής συμπεριφοράς, εξαρτήσεων και διαζυγίων, λόγω της απογοήτευσης και της απαισιοδοξίας για το μέλλον.

Διάβασε ακόμα:

Μελέτη της ανεργίας με την καμπύλη Beveridge

Γίνε ένας ανταγωνιστικός υποψήφιος παρά την ανεργία.