Η απογοήτευση αφορά μία κατάσταση εσωτερικής έντασης που βιώνουμε όταν ματαιώνονται οι στόχοι, οι επιθυμίες ή οι προσδοκίες μας. Είναι μια αναπόφευκτη και φυσιολογική ανθρώπινη συναισθηματική εμπειρία που μπορεί να οδηγήσει ακόμα και σε παροδικά σωματικά συμπτώματα, όπως αυξημένο καρδιακό ρυθμό ή υψηλότερη αρτηριακή πίεση. 

Η ανοχή στην απογοήτευση αποτελεί βασικό παράγοντα ψυχολογικής ευημερίας. Αναφέρεται στην ικανότητά μας να αντιμετωπίζουμε επιτυχώς τις αποτυχίες, να διαχειριζόμαστε τα συναισθήματα απογοήτευσης και να αντέχουμε τα εμπόδια και τις καταστάσεις που μας προκαλούν στρες, εφαρμόζοντας διάφορες τεχνικές και δεξιότητες αντιμετώπισης. Τα άτομα που διαθέτουν υψηλή ανοχή στην απογοήτευση έχουν καλύτερη επαφή με τα συναισθήματά τους, είναι πιο πιθανό να επιμείνουν στους στόχους τους, επιστρατεύουν την υπομονή και προσεγγίζουν τα γεγονότα πιο σφαιρικά με μακροπρόθεσμη εστίαση σε σχέση με την επίλυσή τους. Είναι δηλαδή σε θέση να αναγνωρίσουν ότι μια δυσάρεστη κατάσταση έχει συνήθως προσωρινό χαρακτήρα και μπορεί σε κάποιες περιπτώσεις να επιλυθεί, χωρίς ιδιαίτερη παρέμβαση ή κόπο.

Η μη ανοχή στην απογοήτευση αναγνωρίζεται ως δυσκολία σε επίπεδο αυτορρύθμισης και συνοδεύεται με δύσκολες συμπεριφορές, όπως ευερεθιστότητα, επιθετικότητα ή άρνηση συμμετοχής. Αυτό συμβαίνει επειδή συχνά οι άνθρωποι μεταβαίνουν αυθόρμητα από την απογοήτευση στη διέγερση ή έκφραση θυμού, χωρίς να αναγνωρίζουν την εσωτερική ένταση της απογοήτευσης που βιώνουν. Σαν όρος χρησιμοποιείται για να περιγράψει την αδυναμία ανοχής δυσάρεστων συναισθημάτων ή αγχωτικών καταστάσεων. Η χαμηλή ανοχή στην απογοήτευση εμποδίζει την περιέργεια, την προσωπική εξέλιξη και των εμπλουτισμό των δεξιοτήτων, ακόμη και όταν κάποιος έχει στην πραγματικότητα έντονο ενδιαφέρον. Άτομα με χαμηλή ή μειωμένη ανοχή στην απογοήτευση αντιδρούν συνήθως έντονα ακόμα και στις καθημερινές μικρές δυσκολίες που καλούνται να διαχειριστούν, όπως π.χ. το μποτιλιάρισμα ή την αναμονή στην ουρά σε κάποιο κατάστημα. Επιθυμούν και επιδιώκουν την άμεση ικανοποίηση των αναγκών τους και δεν εστιάζουν εύκολα σε μελλοντικούς στόχους. Παρουσιάζουν υπερβολική δυσφορία ή ανυπομονησία, αγνοώντας το γεγονός ότι η αποφυγή μιας κατάστασης στο παρόν, θα την κάνει μάλλον πιο προβληματική στη συνέχεια. Χαρακτηρίζονται ως παρορμητικοί και μπορεί εύκολα να εγκαταλείψουν ένα έργο που τους έχει ανατεθεί ή να αποφύγουν δραστηριότητες που κρίνουν ως δύσκολες ή βαρετές. Συχνά παραιτούνται από την προσπάθεια αμέσως μόλις παρουσιαστεί κάποιο εμπόδιο, επιλέγουν τις εύκολες προκλήσεις και έχουν μια ροπή στην αναβλητικότητα. Άτομα με χαμηλή ανοχή στην απογοήτευση είναι πιο πιθανό να ξεσπάσουν την έντασή τους στους άλλους γεγονός που επηρεάζει δυσμενώς τις διαπροσωπικές σχέσεις. Πολύ συχνά, η απόσυρση λόγω μη ανοχής στην απογοήτευση ενισχύει μια εξασθενημένη αίσθηση του εαυτού, ενισχύοντας την εσωτερική αίσθηση προσωπικής ανεπάρκειας.

Υπάρχουν διάφοροι λόγοι για τους οποίους μερικοί άνθρωποι παρουσιάζουν υψηλή ανοχή στην απογοήτευση, ενώ άλλοι όχι. Η προσωπικότητα και η ιδιοσυγκρασία αποτελούν βασικούς παράγοντες. Η ικανότητα ανοχής στην απογοήτευση επηρεάζεται επίσης έντονα από το περιβάλλον και τις εμπειρίες. Τα περισσότερα παιδιά για παράδειγμα ξεκινούν με χαμηλή ανοχή στην απογοήτευση. Κατά τη διάρκεια της διαδικασίας ανάπτυξης και μάθησης, αποκτούν την ικανότητα να αντιμετωπίζουν καταστάσεις όπου δεν παίρνουν πάντα αυτό που θέλουν (π.χ. να παίξουν με ένα άλλο παιδί που δεν θέλει ή να καταναλώσουν περισσότερα γλυκά), έτσι σαν δεξιότητα αναπτύσσεται στο πλαίσιο των επιτυχιών μας στην αντιμετώπιση των προκλήσεων από την πρώιμη ηλικία. Ένας άλλος σημαντικός παράγοντας είναι οι πεποιθήσεις που έχει διαμορφώσει το κάθε άτομο. Τα άτομα που έχουν υψηλή ανοχή στην απογοήτευση βασίζουν τις πεποιθήσεις τους σε πιο ορθολογικές ερμηνείες, αντίθετα με εκείνα που αγωνίζονται να αποδεχτούν ότι οι επιθυμίες τους δεν θα ικανοποιηθούν πάντα βασιζόμενα σε παράλογες ή δυσλειτουργικές πεποιθήσεις όπως π.χ. «τα πράγματα πρέπει να είναι όπως τα θέλω και δεν το αντέχω όταν δεν είναι» ή «είναι απαράδεκτο να απογοητεύεται κάποιος, οπότε πρέπει να το αποφύγω πάση θυσία».

Η ανοχή στην απογοήτευση είναι μια καλλιεργημένη ικανότητα και όπως κάθε άλλη ικανότητα, απαιτεί εξάσκηση.  Τα συναισθήματα απογοήτευσης τροφοδοτούνται από σκέψεις όπως «αυτά τα πράγματα μου συμβαίνουν πάντα» ή «δεν αντέχω να περιμένω», επομένως είναι χρήσιμο να προσπαθεί κάνεις να τροποποιήσει τέτοιες σκέψεις, όταν τις εντοπίσει. Όταν συμβαίνει κάτι χρειάζεται να σκεφτούμε αν πρόκειται για μια κατάσταση που μπορούμε να αλλάξουμε, αν χρειάζεται απλώς να αλλάξουμε τον τρόπο που ανταποκρινόμαστε σε αυτήν ή αν πρέπει να επικεντρωθούμε στην αποδοχή, εφόσον είναι πέρα από τον έλεγχό μας. Διάφορες στρατηγικές χαλάρωσης (π.χ. βαθιές αναπνοές, προοδευτική μυική χαλάρωση, φυσική δραστηριότητα κ.ο.κ.) μπορούν να μειώσουν τυχόν σωματικά συμπτώματα.