Η αποτελεσματική ακρόαση αναφέρεται συχνά ως στρατηγική επιτυχίας, καθώς μπορεί να μας βοηθήσει να κατανοήσουμε καλύτερα τόσο τη συμπεριφορά των άλλων όσο και τη δική μας. Υπάρχουν όμως διαφορετικοί τρόποι ακρόασης, όπως υπάρχουν και διαφορετικοί τρόποι ομιλίας. Ως εκ τούτου η δεξιότητα της ακρόασης έχει μελετηθεί εκτενώς με ποικίλους τρόπους και σε διαφορετικά πλαίσια και παρά τις όποιες διαφορετικές θεωρητικές προσεγγίσεις που έχουν αναπτυχθεί κατά καιρούς, η θετική πρόθεση και η ανάγκη για συνειδητή προσπάθεια και εξάσκηση αποτελούν κοινά αποδεκτές προϋποθέσεις.

Συγκεκριμένα, η διαλογική ακρόαση παρουσιάζεται ως μια εναλλακτική μορφή ακρόασης σε σχέση με την ευρέως διαδεδομένη τεχνική της ενεργητικής ακρόασης. Στοχεύει στην ουσία στη μάθηση μέσω της συζήτησης. Αυτό σκιαγραφείται και από την ετυμολογία του όρου, καθώς προέρχεται από τις ελληνικές λέξεις “δια” (μέσω) και “λόγος” (λέξεις).  Αναπτύχθηκε από τους J. Stewart και M. Thomas, οι οποίοι υποστηρίζουν ότι αυτός ο τρόπος ακρόασης εξυπηρετεί τη δημιουργία αμοιβαίων νοημάτων. Προϋποθέτει δηλαδή την ανταλλαγή ιδεών και πληροφοριών και αντί να εστιάζει στις απόψεις που έχει ο κάθε συνομιλητής ξεχωριστά, επικεντρώνεται κυρίως στη διαδικασία της συν-δημιουργίας νοημάτων.

Σε αυτή τη μορφή ακρόασης, η εστίαση είναι σε αυτό που συμβαίνει μεταξύ των συμμετεχόντων και όχι στο να προσπαθεί ο καθένας να προσδιορίσει τι σκέφτεται ο άλλος. Ο στόχος επομένως δεν είναι ούτε η ακριβής ερμηνεία όσων αναφέρονται από την πλευρά του καθενός ξεχωριστά ούτε ή η εστίαση σε προσωπικές απόψεις. Η διαλογική ακρόαση τοποθετεί την επικοινωνία σαν μια αμφίδρομη διαδικασία κατά την οποία οι άνθρωποι προσπαθούν να κατανοήσουν όχι μόνο τι λέγεται, αλλά και τι εννοείται. Δηλαδή σαν μια διαδικασία επικεντρωμένη στο να διατηρηθεί η συζήτηση ανοιχτή και επικεντρωμένη στην αλληλεπίδραση.

Η διαλογική ακρόαση χαρακτηρίζεται σαν ένα ήρεμο στυλ επικοινωνίας που δίνει την ευκαιρία να προκύψει μια ευχάριστη συζήτηση, βοηθάει στην ανταλλαγή ιδεών, αλλά παράλληλα η όλη διαδικασία διαμορφώνει και τη σχέση των συνομιλητών. Μια σχέση που καθοδηγείται από τη διάθεση για πραγματική επικοινωνία και αναζήτηση αμοιβαίας κατανόησης. Η κοινή κατανόηση που διαμορφώνεται προκύπτει από μια αμφίδρομη συζήτηση που προσπαθεί να συνδέσει και τους δύο ανθρώπους. Για αυτόν τον λόγο αυτή η μορφή ακρόασης είναι γνωστή και ως “σχεσιακή ακρόαση”.

Η διαλογική ακρόαση είναι πιο πιθανό να οδηγήσει σε μια κοινή κατανόηση του προβλήματος και ενδεχομένως σε μια κοινή λύση. Ωστόσο, αυτός ο τύπος ακρόασης απαιτεί χρόνο, υπομονή και συγκέντρωση, καθώς και κάποιες συγκεκριμένες τεχνικές, όπως εστίαση στο παρόν, ενθάρρυνση για να ειπωθούν πολλές πληροφορίες, χρήση παράφρασης, και στρατηγικές ερωτήσεις. Στην κριτική που δέχεται για το ότι απαιτεί πάρα πολύ χρόνο, η απάντηση είναι ότι το πρόσθετο χρονικό κόστος εξισορροπείται δεδομένου ότι η ποιότητα στην επικοινωνία είναι αυξημένη.