Η τιμή του ρεύματος έφθασε στην χονδρική στα 28 λεπτά η κιλοβατώρα στις 11/10/2021. Στον καταναλωτή η τιμή θα είναι πολλαπλάσια. Ατυχώς, η “επιδότηση” των λογαριασμών απορροφάται από τους παρόχους, με αποτέλεσμα η χονδρική τιμή να διατηρείται υψηλή. Επιπλέον, τα χρήματα της επιδότησης προκύπτουν είτε από νέους φόρους, είτε από νέα δάνεια, όταν το δημόσιο χρέος (~387 δις € στις 30/6/2021) είναι στο ~227% του ΑΕΠ (~171δις €). 

Από την άλλη μεριά, η συμμετοχή του θεωρητικά ακριβού λιγνίτη στο μείγμα ηλεκτροπαραγωγής προβλέπεται στο 9,47% μόλις. Γιατί λοιπόν εκτοξεύθηκε η τιμή χονδρικής του ρεύματος; Η πιο πιθανή ερμηνεία είναι η αντικατάσταση του λιγνίτη με το φυσικό αέριο. Σύμφωνα με τις προβλέψεις εκτός απ’ το ρεύμα, και η θέρμανση με αέριο φέτος θα είναι εξωφρενικά ακριβή για χιλιάδες καταναλωτές.

Γιατί λοιπόν αυξήθηκε η τιμή του αερίου; Η παράταση του χειμώνα στην άνοιξη (παγωνιά του Μαρτίου) ανάγκασε τους Ευρωπαίους να καταναλώσουν τα όποια αποθέματα αερίου για θέρμανση. Στη συνέχεια, η πολιτική της ΕΕ για “πράσινη ανάπτυξη” οδήγησε σε αυξημένη κατανάλωση αερίου για ηλεκτροπαραγωγή, καθώς το καλοκαίρι δεν φυσούσε και τα πολυδιαφημισμένα αιολικά υπολειτουργούσαν. Την ώρα που οι οικονομίες ανέκαμπταν απ’ την πανδημία και ζητούσαν ενέργεια, πανευρωπαϊκά τα αιολικά υποαπέδιδαν. Στην Ελλάδα μάλιστα ουσιαστικά εξαφανίστηκαν. Έτσι, τα αποθέματα αερίου δεν αναπληρώθηκαν ποτέ. Πλησιάζοντας στο χειμώνα αυξάνεται εκ νέου η ζήτηση αερίου, οπότε η τιμή εκτοξεύεται.

Στις μέρες του καύσωνα, τα αιολικά στην Ελλάδα ήταν εξαφανισμένα και για να έχουμε ρεύμα επιστρατεύτηκαν οι δοκιμασμένης αξιοπιστίας λιγνιτικές μονάδες, όσες έχουν πια απομείνει. Ωστόσο, η λιγνιτική παραγωγή μειώθηκε πολύ, παρά το γεγονός ότι πλέον η λιγνιτική κιλοβατώρα είναι φθηνότερη από του φυσικού αερίου. Επειδή καίμε πολύ περισσότερο αέριο σε σχέση με λιγνίτη πληρώνουμε περισσότερα για φόρο CO2 από αέριο, παρά για φόρο CO2 από λιγνίτη. Τα αιολικά δεν μπόρεσαν να καλύψουν τις ανάγκες στον χιονιά του Φεβρουαρίου και στον καύσωνα του Ιουλίου-Αυγούστου και η αξιοπιστία τους τίθεται σε αμφισβήτηση ανάλογα με τις καιρικές συνθήκες. Πάνω από 55GW αιολικά στη Γερμανία το καλοκαίρι εξαφανίστηκαν. Τα αιολικά που εγκαταστάθηκαν στη θάλασσα, εκεί που έχει “καλύτερο αιολικό δυναμικό”, τον Ιούλιο έδωσαν το απόλυτο μηδέν. Η αμήχανη αντίδραση της ΕΕ στην ενεργειακή κρίση είναι η προσθήκη περισσότερων αιολικών. Όσα όμως αιολικά και να εγκατασταθούν, δυστυχώς υπήρχαν, υπάρχουν και θα υπάρχουν παρατεταμένες περίοδοι άπνοιας.

Με την πολιτική της “πράσινης ανάπτυξης”, η μόνη αξιόπιστη εναλλακτική λύση στην επαναλαμβανόμενη αστοχία των αιολικών είναι το φυσικό αέριο. Κι όμως, σε κάθε προηγούμενη ενεργειακή κρίση όλοι αντιλαμβάνονταν πως ο λιγνίτης προστάτευε την Ελλάδα απ’ τις αυξομειώσεις των τιμών των καυσίμων.

Λαμβάνοντας υπόψη πως έχουμε πληρώσει ~14 δις € μόνο για αιολικά και φωτοβολταϊκά, τα χρήματα δεν έχουν αποδώσει. Αντίθετα, πολύ πιο αξιόπιστες αποδείχθηκαν οι εισαγωγές ρεύματος απ’ τα πυρηνικά των Βαλκανίων, αλλά και ο λιγνίτης Βαλκανίων και Τουρκίας.

Ο ηλεκτρισμός εξελίσσεται σε μηχανή παραγωγής πλούτου και οι θεωρητικές συζητήσεις για “αποθήκευση” και “υδρογόνο” συνεχίζονται. Μέχρι το 2030 δεν συζητάμε για αποθήκευση. Πώς να αποθηκεύσει κανείς ηλεκτρισμό για 15 ημέρες, όταν οι εμπορικά διαθέσιμες, πανάκριβες μπαταρίες είναι του 1MW για 1-4 ώρες; Το 2017 τοποθέτησαν μια “μεγάλη” μπαταρία (100MW) στην Αυστραλία και ήδη ο διαχειριστής του συστήματος οδηγεί την εταιρεία στα δικαστήρια, καθώς η μπαταρία δεν απέδωσε.

Όσο για το “υδρογόνο”, η παραγωγή του από αιολικά ήταν όραμα των Ναζί στο Μεσοπόλεμο, καθώς η Γερμανία δεν έχει πετρέλαιο. Το όραμα κατέρρευσε το 1937, όταν εξερράγη το αερόπλοιο Χίντενμπουργκ και κανείς δεν ασχολήθηκε ξανά. Ήδη πανευρωπαϊκά έχουν ξαναμπεί σε λειτουργία οι μονάδες λιθάνθρακα, καθώς αφ’ ενός είναι πολύ φθηνότερο το κάρβουνο, αφ’ ετέρου το αέριο καλύπτει τις ανάγκες θέρμανσης.

Η ζήτηση λιθάνθρακα είναι τέτοια που η τιμή έχει εκτιναχθεί. Παραμονές της διάσκεψης του ΟΗΕ για το κλίμα τον Νοέμβριο, πανευρωπαϊκά πλέον όλοι καίνε κάρβουνο, αδιαφορώντας για τις εκπομπές CO2. Ατυχώς όχι στην Ελλάδα, κι ας είναι η λιγνιτική παραγωγή πολύ φθηνότερηαπ’ το φυσικό αέριο. Επίσης, ο λιγνίτης είναι εγχώριος, ενώ το αέριο πρέπει να το εισάγουμε, ξοδεύοντας συνάλλαγμα. Εναλλακτικά, αφού από το 2010 υπήρχε η στόχευση να αντικατασταθεί ο λιγνίτης με αέριο, θα έπρεπε να προωθηθεί η εξόρυξη ελληνικού αερίου, απ’ τα κοιτάσματα που υπάρχουν στο Ιόνιο και στην Κρήτη και να δοθούν κίνητρα για φωτοβολταϊκά στις στέγες, όπως στις υπόλοιπες χώρες. Έτσι καταλήξαμε να καίμε φυσικό αέριο σε εξωφρενικές τιμές, ο εγχώριος λιγνίτης παραμένει ανεκμετάλλευτος και εισάγουμε ρεύμα απ’ το λιγνίτη των γειτόνων μας, εξάγοντας συνάλλαγμα και χάνοντας θέσεις εργασίας.

Η παράταση της επαναλειτουργίας όσων λιγνιτικών μονάδων έχουν απομείνει, αλλά και της προώθησης των φωτοβολταϊκών, μοιάζει να είναι μία βιώσιμη λύση με την οποία θα αντιμετωπισθεί η συναλλαγματική αιμορραγία και η υπερχρέωση της χώρας.