Στην ιστορική του ομιλία κατά την ορκωμοσία του το 1949 ο Χάρρυ Τρούμαν είπε ότι «περισσότερο από το μισό του παγκόσμιου πληθυσμού ζει σε συνθήκες απόλυτης δυστυχίας. Για πρώτη φορά στην ιστορία, η ανθρωπότητα διαθέτει τη γνώση και την ικανότητα να ανακουφίσει τα δεινά αυτών των ανθρώπων». Απαιτήθηκε λίγο περισσότερος χρόνος από ό,τι ανέμενε ο Τρούμαν, αλλά η ανθρωπότητα έχει σημειώσει εξαιρετική πρόοδο στην απομάκρυνση των ανθρώπων από την ακραία φτώχεια (οριζόμενη ως εισόδημα μικρότερο των 1,90 δολλαρίων την ημέρα). Μεταξύ 1990 και 2010, ο αριθμός αυτών των ανθρώπων μειώθηκε κατά το ήμισυ ως ποσοστό του συνολικού πληθυσμού στις αναπτυσσόμενες χώρες, από 43% σε 21% – μείωση σχεδόν κατά 1,1 δισεκατομμύρια ανθρώπων, ακόμη και όταν ο συνολικός πληθυσμός του πλανήτη αυξήθηκε κατά σχεδόν 1,9 δισεκατομμύρια.

Αν και η παγκόσμια οικονομία έχει αναπτυχθεί αργά μετά την οικονομική κρίση του 2008, η φτώχεια συνέχισε να μειώνεται. Από το 2008 το ποσοστό των ατόμων σε ακραία ένδεια έχει μειωθεί σταθερά, από 17,8% σε μόλις 10,8% του παγκόσμιου πληθυσμού το 2016. Μόνο το 2013, 114 εκατομμύρια άνθρωποι απηλλάγησαν από την ακραία φτώχεια. Το 2019 το ποσοστό του παγκόσμιου πληθυσμού που ζει σε απόλυτη στέρηση έπεσε στο εκπληκτικό χαμηλό όλων των εποχών, 9,7%! Συγκριτικά, το 1820 αυτός ο αριθμός ήταν το απίστευτο 89,1% και το 1910 ήταν 74%! Έτσι, σήμερα, ο αριθμός των ανθρώπων που δεν βρίσκονται σε ακραία ένδεια έχει αυξηθεί περισσότερο από 50 φορές, σε σύγκριση με το 1820. Ως εκ τούτου, είναι πραγματικά λυπηρό το γεγονός ότι πολλοί άνθρωποι σήμερα εξακολουθούν να υποτιμούν το πόσο έχει βελτιωθεί η ζωή παγκοσμίως τους τελευταίους δύο αιώνες.

Η διατήρηση αυτής της δυναμικής θα είναι δύσκολη. Τον Απρίλιο του 2013, η Παγκόσμια Τράπεζα υιοθέτησε τον στόχο να μειώσει την ακραία φτώχεια στο μόλις 3% του πληθυσμού έως το 2030. Δεδομένου ότι οι ενδεείς μπορούν να ελαττωθούν κυρίως μέσω των ελεύθερων αγορών, της κίνησης κεφαλαίων και της αύξησης του συνολικού ΑΕΠ, το ερώτημα είναι εάν θα υπάρξει επαρκής οικονομική ανάπτυξη ώστε να επιτευχθεί ο στόχος αυτός έως το 2030.

Στις περισσότερες χώρες οι ζωές των φτωχότερων έχουν βελτιωθεί σαφώς από το 2008. Σε 60 από τις 83 χώρες που μελετήθηκαν, τα μέσα εισοδήματα αυξήθηκαν σημαντικά για το φτωχότερο 40% του πληθυσμού. Τα τελευταία 40 χρόνια, η Κίνα έχει απαλλάξει περισσότερους από 850 εκατομμύρια πολίτες από την ακραία φτώχεια. Μετά την κρίση, η Κίνα, η Ινδονησία και η Ινδία απήλλαξαν τον μεγαλύτερο αριθμό ανθρώπων από τη ένδεια. Ως αποτέλεσμα, σήμερα, πάνω από το 50% των φτωχότερων στον κόσμο ζει στην υποσαχάρια Αφρική, μια περιοχή που αγωνίζεται επί δεκαετίες να βελτιώσει τις ζωές εκείνων που ζουν σε απόλυτη στέρηση. Αυτές οι χώρες θα δώσουν στο εξής μια σκληρή μάχη για να αναπτύξουν τις οικονομίες τους, με προϋπόθεση βέβαια την υιοθέτηση πολιτικής σταθερότητας, τις πιστώσεις, τις επενδύσεις και το ελεύθερο εμπόριο. Οι χώρες αυτές πρέπει να αυξήσουν την παραγωγικότητά τους και να υιοθετήσουν τις σωστές πολιτικές που τεκμηριωμένα οδηγούν σε αύξηση των εισοδημάτων, δηλαδή δημοκρατικοί θεσμοί, συνταγματικά δικαιώματα, κράτος δικαίου και οικονομία της ελεύθερης αγοράς με χαμηλή φορολογία.

Ο τερματισμός της ακραίας φτώχειας είναι ένα από τα πιο σημαντικά καθήκοντα για την εποχή μας και τη γενιά μας. Αλλά όπως και με την παγκόσμια υγεία, τις δημογραφικές προκλήσεις και τα ανθρώπινα δικαιώματα, κάθε ουσιαστική συζήτηση σχετικά με το πώς πρέπει να επιδιώξουμε αυτόν τον στόχο απαιτεί από όλους τους συμμετέχοντες να κατανοήσουν τα αδιαμφισβήτητα δεδομένα για το πώς αντιμετωπίστηκε η φτώχεια -σε μεγάλο βαθμό- με την πάροδο του χρόνου: με την ελεύθερη αγορά, την ελευθερία μετακίνησης, τις αντιπροσωπευτικές κυβερνήσεις, τις επενδύσεις και το ελεύθερο εμπόριο. Η εκτεταμένη κρατική στήριξη και οι επιδοματικές πολιτικές είναι εφικτές μόνο μετά την επίτευξη υψηλών επιπέδων οικονομικής ανάπτυξης, εκβιομηχάνισης και πλούτου. Το κύριο πρόβλημα με την πολιτική των ελεύθερων αγορών στα περισσότερα έθνη είναι ότι υφίστανται αφόρητες κυβερνητικές ρυθμίσεις και παρεμβατικότητα, γεγονός που τελικά αποβαίνει πάντα εις βάρος των πλέον αδύναμων και ενδεών.