Όταν χαρακτηρίζω κάποιον (ή κάτι) αποδίδω σε αυτόν μια ιδιότητα, θετική ή αρνητική. Ετυμολογικά η λέξη προέρχεται από το αρχαιοελληνικό ρήμα «χαράσσω», έτσι ακόμα και συνειρμικά μπορεί κανείς να αντιληφθεί τη δυναμική των χαρακτηρισμών. Οι αυτoχαρακτηρισμοί αναφέρονται στις ιδιότητες που σχετίζονται με τον καθένα μας ως άτομο, οι οποίες συχνά γίνονται αντιληπτές ως αληθείς και στην ουσία αντικατοπτρίζουν τις σκέψεις για τον ίδιο μας τον εαυτό. Ωστόσο, παρότι μπορεί να ισχύουν σε μια συγκεκριμένη συνθήκη ή με βάση τη γενικότερη συμπεριφορά μας, αναπόφευκτα δεν μπορεί να ισχύουν πάντα, σε όλες τις συνθήκες, σε όλες τις φάσεις, σε όλες τις σχέσεις και σε όλους τους τομείς της ζωής μας.

Όταν ωστόσο ταυτιζόμαστε με συγκεκριμένους χαρακτηρισμούς μπορούμε εύκολα να παρασυρθούμε – συνειδητά ή ασυνείδητα – σε μια προσπάθεια να διατηρήσουμε ή να επιβεβαιώσουμε την εικόνα που έχουμε αποδεχτεί ως αληθή για τον εαυτό μας π.χ. είμαι αγχώδης, δεν έχω πειθαρχία, είμαι αναβλητικός κ.ο.κ. Η απλοϊκότητα όμως των γενικών αυτών χαρακτηρισμών δεν μπορεί να ενσωματώσει την πολυπλοκότητα της ανθρώπινης ύπαρξης. Είναι σίγουρο ότι υπάρχουν στιγμές που κάποιο χαρακτηριστικό που πιστεύουμε ότι έχουμε, δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα – υπάρχουν λοιπόν οι εξαιρέσεις στη ζωή μας που αξίζει να ψάξουμε. Δεν παίζει ρόλο αν αυτά που πιστεύουμε αφορούν κάτι αρνητικό ή θετικό, πάντα υπάρχει περιθώριο εξέλιξης. Ακόμα και οι θετικοί αυτοχαρακτηρισμοί μπορούν ενίοτε να σταθούν εμπόδιο π.χ. είτε γιατί μας αναγκάζουν να είμαστε σε υπέρ-εγρήγορση είτε γιατί μας κάνουν να επαναπαυόμαστε. Κανένας χαρακτηρισμός δεν μπορεί να είναι απόλυτα αντιπροσωπευτικός σε όλες τις πτυχές και εκφάνσεις της ζωής μας. Είμαστε εκ προοιμίου σύνθετα όντα που συνεχώς εξελισσόμαστε και ενσωματώνουμε διαφορετικές ιδιότητες.

Οι χαρακτηρισμοί που αποδίδουμε στον εαυτό μας επηρεάζουν όχι μόνο τον τρόπο που αντιλαμβανόμαστε τον εαυτό μας, αλλά και τον τρόπο που αντιλαμβανόμαστε τον κόσμο γύρω μας. Για παράδειγμα συχνά παρατηρούμε πως όταν κάποιος πιστεύει ότι είναι άτυχος τότε τα περισσότερα συμβάντα στην ζωή του τείνουν να το επιβεβαιώνουν. Στην πραγματικότητα φυσικά υπάρχουν άλλα τόσα που το διαψεύδουν, αλλά μένουν συχνά στην «αφάνεια». Οι αυτοχαρακτηρισμοί – κυρίως οι αρνητικοί- είναι συχνά απόηχοι του παρελθόντος ή συμβαδίζουν με προσωπικές εμπειρίες που μας στιγμάτισαν, όπως το ότι μοιάζουμε με συγκεκριμένα πρόσωπα. Ισχυροποιούνται από χαρακτηρισμούς (τις λεγόμενες «ετικέτες» ή «ταμπέλες») που μας αποδίδουν οι άλλοι κατά τη διάρκεια της ζωή μας και συχνά διαμορφώνονται μέσα από αποτυχίες, απογοητεύσεις ή τη μη εποικοδομητική κριτική. 

Σκέψεις, συναισθήματα, σωματικές αντιδράσεις και  συμπεριφορές πολύ εύκολα επιβεβαιώνουν τη λεκτική «εικόνα» που αποδίδουμε στον εαυτό μας, εάν δεν μπούμε στη διαδικασία να την αμφισβητήσουμε συνειδητά. Στην πράξη είναι κάποιες φορές πιο απλό απ’ όσο νομίζουμε. Με την μορφή του εσωτερικού μονολόγου μπορούμε για παράδειγμα να πούμε στον εαυτό μας: «Αυτή τη στιγμή είμαι αναβλητικός, όμως στην προηγούμενη εργασία δεν ήμουν. Τι με βοήθησε τη προηγούμενη φορά; Πώς τα κατάφερα;» ή «Τώρα σκέφτομαι ότι είμαι αναβλητικός και νιώθω ότι δεν μπορώ να το αλλάξω αυτό. Αυτό είναι όμως απλά μια σκέψη που με κρατάει πίσω.», ή «Τώρα πιστεύω ότι είμαι αναβλητικός. Αυτό είναι απλώς μια σκέψη, δεν είμαι εγώ και μπορώ να την αλλάξω». Είναι σημαντικό να μπορούμε να διακρίνουμε τις διαφορετικές ποιότητες σε σχέση με τους αυτοχαρακτηρισμούς για να μπορούμε να τις χρησιμοποιήσουμε στη συνέχεια σαν έναυσμα για προσωπική εξέλιξη.