Η κλασσική κωδωνοειδής καμπύλη Laffer προέκυψε από τις θεμελιώδεις μελέτες του αμερικανού οικονομολόγου Arthur Laffer τη δεκαετία του 1970 –την εποχή της άνθισης των ιδεών του νεοφιλελευθερισμού (της Σχολής του Σικάγου)-,  σύμφωνα με την οποία, όταν οι κυβερνώντες αυξάνουν τους φορολογικούς συντελεστές, από ένα σημείο και μετά, τα φορολογικά έσοδα μειώνονται, διότι οι φορολογούμενοι οδηγούνται στη μείωση της οικονομικής δραστηριότητάς τους, στη μαύρη αγορά και στην εκτεταμένη φοροδιαφυγή.

Σύμφωνα με την καμπύλη Laffer, όταν ο φορολογικός συντελεστής είναι στο μηδέν έχουμε μηδέν κρατικά έσοδα. Όταν ο φορολογικός συντελεστής φτάσει στο εκατό, πάλι έχουμε μηδέν φορολογικά έσοδα, αφού οι φορολογούμενοι δε θα έχουν κανέναν απολύτως λόγο να εργαστούν, γιατί το κράτος θα εισπράξει ολόκληρο το εισόδημά τους.

Με βάση τη θεωρία αυτή, μεταξύ του μηδέν και του εκατό υπάρχει ένας ιδανικός φορολογικός συντελεστής, κατά τον οποίο μεγιστοποιούνται τα φορολογικά έσοδα. Κατά συνέπεια, όταν ο φορολογικός συντελεστής είναι μικρότερος του ιδανικού ή πλησιάζει τον ιδανικό, δηλαδή βρίσκεται σε χαμηλό οικονομικό όριο, τότε τα έσοδα του κράτους αυξάνονται.
Αντίθετα, όταν ο φορολογικός συντελεστής είναι μεγαλύτερος από τον ιδανικό, τότε τα κρατικά έσοδα μειώνονται, με αποτέλεσμα η μείωση αυτή να αποβαίνει σε βάρος  του κρατικού προϋπολογισμού. Όπως γνωρίζουμε από τα Δημόσια Οικονομικά, όταν ο φορολογικός συντελεστής αυξάνεται, μειώνεται το διαθέσιμο εισόδημα των φορολογουμένων, άρα μειώνονται η συνολική ιδιωτική κατανάλωση, η αποταμίευση και οι επενδύσεις. Κατά συνέπεια επιβραδύνεται η οικονομική ανάπτυξη της χώρας, η οποία εφόσον διαρκέσει επί μακρόν, η χώρα οδηγείται σε ύφεση. Εξαιτίας της αρνητικής οικονομικής ανάπτυξης και της ύφεσης, μειώνονται τα φορολογικά έσοδα. Συνεπώς, μια σημαντική και αλόγιστη αύξηση των φορολογικών συντελεστών οδηγεί αυτομάτως τόσο στη συρρίκνωση της Εθνικής Οικονομίας όσο και στη μείωση των φορολογικών εσόδων.


Η αρνητική αυτή εξέλιξη οφείλεται και στην ψυχολογία των φορολογουμένων, οι οποίοι αντιδρούν έναντι του φόρου αναζητώντας τρόπους αποφυγής των φορολογικών τους βαρών, είτε με τη φοροδιαφυγή είτε με την εγκατάλειψη των εγχώριων επιχειρηματικών δραστηριοτήτων και τη μεταφορά τους στο εξωτερικό, όπου υπάρχουν χαμηλότεροι φορολογικοί συντελεστές, είτε ακόμα με τη μεταφορά της έδρας τους σε offshore φορολογικούς παραδείσους.

Είναι γνωστή η ρήση του γερμανού κοινωνιολόγου Henrich Popitz ότι «όσο ανέρχεται το επίπεδο της φορολογικής επιβάρυνσης, τόσο κατέρχεται το επίπεδο της φορολογικής ηθικής», οδηγώντας στη φοροδιαφυγή, η οποία –ως μεταδοτική ασθένεια- λειτουργεί ως ασφαλιστική δικλείδα του φορολογουμένου, όταν η φορολογική πίεση γίνεται επαχθής και εξοντωτική.
Ενώ ακόμα και ο ιταλός μαρξιστής φιλόσοφος Αντόνιο Γκράμσι διατύπωσε την περιβόητη φράση «ο φόρος σκοτώνει το φόρο».


Συνήθως οι κυβερνώντες ανάλογα με την οικονομική κατάσταση της χώρας, προσδιορίζουν το ανώτερο οικονομικό όριο φορολογίας και όχι πέραν αυτού, για να αποφύγουν τις τυχόν επιβλαβείς οικονομικές παρενέργειες της φορολογίας. Τέτοιες παρενέργειες, είναι η μείωση των κινήτρων οικονομικής δραστηριότητας, η αποθάρρυνση δηλαδή  της επιχειρηματικής πρωτοβουλίας, η μείωση της ανταγωνιστικότητας των επιχειρηματικών μονάδων, εξαιτίας του αυξημένου φορολογικού κόστους  και εν τέλει,  το κλείσιμο των επιχειρήσεων. Οι οικονομικές αυτές παρενέργειες, οδηγούν με γοργούς ρυθμούς στην εξόντωση των παραγωγικών δυνάμεων της χώρας, σε μείωση της απασχόλησης και αυξημένη ανεργία. Επομένως, η υπερφορολόγηση «σκοτώνει» την επιχειρηματικότητα και οδηγεί τη χώρα σε αντιαναπτυξιακή κατεύθυνση, με σοβαρές απώλειες στην Εθνική Οικονομία. Οι βασικοί στόχοι της οικονομικής πολιτικής κάθε χώρας, είναι η οικονομική ανάπτυξη και η πλήρης απασχόληση. Και οι δύο αυτοί στόχοι επιτυγχάνονται μόνο με δίκαιη, λογική και αξιόπιστη φορολογική πολιτική.

Είναι συνεπώς πολλαπλά τεκμηριωμένο ότι η υπερφορολόγηση επιδρά αρνητικά στα φορολογικά έσοδα και στην οικονομική ανάπτυξη μιάς χώρας και η καμπύλη Laffer αποτελεί την καλύτερη και αδιαμφισβήτητη επιβεβαίωση.