Η ανεργία ως μεταβλητό φαινόμενο μιας οικονομίας μπορεί να είναι κυκλική ή διαρθρωτική. Όταν είναι κυκλική, έχει δημιουργηθεί στο μεγαλύτερο ποσοστό από μείωση της ζήτησης. Όταν είναι διαρθρωτική, έχει δημιουργηθεί από βαθιές διαρθρωτικές ανακατατάξεις στην οικονομία. Η πρώτη μπορεί να αντιμετωπιστεί με δημοσιονομικά και νομισματικά μέσα. Η δεύτερη μπορεί να αντιμετωπιστεί μέσω ουσιαστικών διαρθρωτικών μεταβολών και απαιτεί σαφώς περισσότερο χρόνο.

Ένας τρόπος για να προσδιορίσουμε αν τα τρέχοντα επίπεδα ανεργίας έχουν κυκλικό ή διαρθρωτικό χαρακτήρα είναι μέσω της κλασσικής καμπύλης Beveridge. Η σχέση αυτή παρουσιάστηκε για πρώτη φορά το 1958 από τον Christopher Dow και τον Leslie Arthur Dicks-Mireaux και πήρε το όνομά της κατά τη δεκαετία του 80 από τον βρετανό οικονομολόγο William Beveridge του London School of Economics, λόγω των σχετικών με το θέμα αναλυτικών μελετών του. Η καμπύλη Beveridge ή καμπύλη UV(unemployment-vacancy) είναι μια γραφική απεικόνιση της σχέσης μεταξύ ανεργίας και ποσοστού κενών θέσεων εργασίας. Ο αριθμός των κενών θέσεων εργασίας εκφράζεται ως ποσοστό του εργατικού δυναμικού. Οι κενές θέσεις αναπαρίστανται στον κάθετο άξονα και η ανεργία στον οριζόντιο άξονα. Το ποσοστό κενών θέσεων εργασίας είναι ο αριθμός των κενών θέσεων την τελευταία εργάσιμη ημέρα του μήνα ως ποσοστό της ζήτησης εργασίας (θέσεις που κατέχονται έναντι κενών θέσεων).

Η καμπύλη Beveridge συσχετίζει συνεπώς τα ποσοστά ανεργίας με τις κενές θέσεις εργασίας (job vacancies). Κινήσεις πάνω στην καμπύλη αναπαριστούν κυκλικές αλλαγές στη ζήτηση εργασίας (περισσότερες κενές θέσεις εργασίας και χαμηλότερη ανεργία αποτυπώνεται με κίνηση προς τα πάνω και λιγότερες κενές θέσεις εργασίας και υψηλότερη ανεργία αποτυπώνεται με κίνηση προς τα κάτω). Αντίθετα, κινήσεις της καμπύλης αριστερά και δεξιά αναπαριστούν διαρθρωτικές αλλαγές.

Καμπύλες Beveridge για την Ελληνική οικονομία [Eurostat]

Από την τάση της καμπύλης Beveridge ανά έτος, φαίνεται ότι κατά τα έτη της κυκλικής ανεργίας το μεγαλύτερο μέρος της αύξησης της μακροχρόνιας ανεργίας οφείλεται στη μείωση της συνολικής ζήτησης και της ζήτησης για εργασία. Όταν οι κενές θέσεις εργασίας παραμένουν λίγες για ένα μεγάλο χρονικό διάστημα, αυτοί που χάνουν τις δουλειές τους (όπως και αυτοί οι οποίοι εισέρχονται ή επανέρχονται στην αγορά εργασίας) είναι αδύνατον να βρούν γρήγορα εργασία και έχουν πολύ μεγαλύτερο κίνδυνο να γίνουν μακροχρόνια άνεργοι.

Αύξηση της διαρθρωτικής ανεργίας παρατηρείται λόγω των αναντιστοιχιών και των διαφορετικών εξελίξεων ανά τομέα οικονομικής  δραστηριότητας, της ανεπαρκούς προσφοράς προσόντων και τεχνικών δεξιοτήτων και της ανεπαρκούς κινητικότητας του εργατικού δυναμικού. Η παραμονή εκτός εργασίας για μεγάλο χρονικό διάστημα αποδυναμώνει το ανθρώπινο κεφάλαιο και υποβαθμίζει τις δεξιότητες, δυσχεραίνοντας την εύρεση εργασίας.

Ως εκ τούτου, το μεγάλο διάστημα ανεργίας αφενός αποθαρρύνει τους μακροχρόνια ανέργους να αναζητήσουν εργασία, αφετέρου τους καθιστά λιγότερο ανταγωνιστικούς, με αποτέλεσμα να επιβραδύνεται η μείωση της διαρθρωτικής ανεργίας.

Σε μια οικονομία όπου οι εργάτες δεν έχουν ισχυρά κίνητρα να αποδεχτούν μια προσφορά σύντομα, επειδή για παράδειγμα αμείβονται γενναιόδωρα και χωρίς προϋποθέσεις από το σύστημα κοινωνικών ασφαλίσεων, η καμπύλη Beveridge βρίσκεται πιο μακριά από την αρχή των αξόνων. Μια πολιτική στήριξης εισοδήματος στην οποία δεν επιβάλλονται προϋποθέσεις ονομάζεται «παθητική» πολιτική (passive policy). Πολιτικές όμως, που στηρίζουν τους ανέργους κατά τη διάρκεια της αναζήτησης εργασίας και ταυτόχρονα παρέχουν κίνητρα για πιο εντατική αναζήτηση, μπορούν να μετατοπίσουν την καμπύλη Beveridge προς την αρχή των αξόνων και να βελτιώσουν την απόδοση της αγοράς εργασίας ως προς το συνταίριασμα ατόμων και θέσεων εργασίας. Σε αυτή την περίπτωση οι πολιτικές ονομάζονται «ενεργές» (active policies).