Μια σημαντική θέση εργασίας, οι αυξημένες ευθύνες, οι πιεστικές προθεσμίες και οι έντονες απαιτήσεις για αποδοτικότητα και παραγωγικότητα, σε συνδυασμό με στοιχεία της προσωπικότητάς μας, μπορεί να μας ωθήσουν σε μια συνεχή προσπάθεια άσκησης υπερβολικού ελέγχου. Χαρακτηριστική είναι μάλιστα και η σύγχρονη τάση της υπερ-επίβλεψης, που παρατηρείται σε εργαζόμενους σε θέσεις ευθύνης, όπως σε διευθυντές ή γενικότερα σε ιεραρχικά ανώτερα μέλη μιας ομάδας. Η υπερβολική ελεγκτικότητα, ωστόσο, σε κάθε της έκφανση προκαλεί περισσότερα προβλήματα, απ’ όσα λύνει. Μακροπρόθεσμα οδηγεί σε έντονη δυσφορία και δυσαρέσκεια, δυσχεραίνει την επικοινωνία και συντηρεί έναν αναποτελεσματικό τρόπο διαχείρισης και αλληλεπίδρασης. Στην ουσία όταν θέλουμε να έχουμε τον απόλυτο έλεγχο δεν δίνουμε απλώς συμβουλές, αλλά απαιτούμε οι άλλοι να τις εφαρμόζουν ή νομίζουμε ότι βοηθάμε με μια φαινομενικά «εποικοδομητική» κριτική και τελικά αναλαμβάνουμε δραστηριότητες πιστεύοντας ότι «κανείς άλλος δεν θα το κάνει σωστά». Συνήθως είναι εύκολο να αποδώσουμε σε κάποιον τέτοια χαρακτηριστικά, αλλά δεν είναι καθόλου εύκολο να τα αναγνωρίσουμε στον εαυτό μας.

Τόσο η τάση για ελεγκτικότητα όσο και η απορρέουσα τάση για υπέρ-επίβλεψη σχετίζονται με προσωπικά κίνητρα και εξατομικευμένους επαγγελματικούς στόχους. Μεταξύ άλλων, η ανάγκη για συνεχή επιβράβευση, η ανάγκη επίδειξης επαγγελματικού κύρους και η ανάγκη διατήρησης μια καλής φήμης συνδυάζονται με ανασφάλειες ή φιλοδοξίες και μπορεί να μας οδηγήσουν σε πρακτικές άσκησης ελέγχου που διαμορφώνουν στην πραγματικότητα ένα επιβαρυντικό κλίμα εργασίας για εμάς και για τους συνεργάτες μας.

Ποια είναι όμως τα σημεία που ίσως χρειάζεται να μας προβληματίσουν;

Πιστεύουμε ότι γνωρίζουμε το πρόβλημα -και επομένως τη λύση- πριν καν μας το αναφέρουν ή προβλέποντας ότι θα προκύψει.
Κάνουμε συχνούς ελέγχους προόδου με έμφαση στην αναλυτική καταγραφή και τον απολογισμό καθηκόντων.
Δυσκολευόμαστε να αναγνωρίσουμε, να αποδεχτούμε και να εφαρμόσουμε οποιαδήποτε οπτική δεν συνάδει με τη δική μας προσέγγιση.
Απαιτούμε να έχουμε υπό την εποπτεία μας κάθε δραστηριότητα που σχετίζεται με τη δράση των συναδέλφων ή της ομάδας μας ακόμα κι αν δεν μας αφορά ιδιαίτερα.
Επιθυμούμε να περνάμε από «έγκριση» ακόμα και ασήμαντες αλλαγές ή τροποποιήσεις σε ένα project ή σε μια κοινή δράση με συναδέλφους.
Κάνουμε πάντα την τελική επεξεργασία των εργασιών, ακόμα σε όσες εργασίες δεν έχουν  ανατεθεί σε εμάς για τελική ανασκόπηση.
Νιώθουμε έντονη δυσφορία και άγχος, όταν μας παρακάμπτουν.
Θέλουμε να ελέγχουμε τόσο το αποτέλεσμα όσο και τον τρόπο εκτέλεσης και παρουσίασης μιας εργασίας.
Σπαταλάμε πολύ χρόνο στην προετοιμασία, επεξεργασία και αναδιαμόρφωση των δραστηριοτήτων σε βάρος της παραγωγής υλικού και αποτελεσμάτων.
Αναφερόμαστε συνεχώς σε σενάρια καταστροφολογίας για να επηρεάσουμε τη συμπεριφορά των υπολοίπων προς την επίτευξη των στόχων που έχουμε θέσει.
Περιμένουμε οι προσωπικοί μας κανόνες να ισχύουν γενικά.
Αποφεύγουμε να λείψουμε από τη δουλειά μας, χωρίς νωρίτερα να έχουμε δώσει λεπτομερείς οδηγίες και κατευθύνσεις. Φυσικά το κινητό μας παραμένει πάντα ανοιχτό και εμείς πάντα διαθέσιμοι για ότι χρειαστεί.
Αφιερώνουμε σχεδόν όλο τον ελεύθερο χρόνο μας για θέματα που αφορούν την εργασία μας, με στόχο να προλάβουμε λάθη και να διορθώσουμε τυχόν αστοχίες.  
Κυριαρχεί ένα δυσάρεστο περιβάλλον στον χώρο της εργασίας μας: Υπάρχουν έντονες σιωπές ή συχνές εντάσεις, οι συνεργάτες ή οι υφιστάμενοι αποφεύγουν να λάβουν πρωτοβουλίες, δεν υπάρχει ανοιχτή επικοινωνία και σπάνια ξεκινάει ένα εποικοδομητικός διάλογος.

Αυτό που πρέπει να θυμόμαστε είναι ότι καθένας είναι υπεύθυνος μόνο για τον εαυτό του και η τελειότητα δεν πρέπει να είναι αυτοσκοπός, γιατί είναι εκ φύσεως μη ρεαλιστικός στόχος. Αντί επομένως να τρέχουμε συνεχώς σε έναν αγώνα δρόμου για το άπιαστο «τέλειο», αξίζει να αφιερώσουμε χρόνο στον εαυτό μας για να εξελιχθούμε και να κατακτήσουμε τις χρήσιμες δεξιότητες της προσαρμοστικότητας και της ευελιξίας.