Η βία/παρενόχληση στον χώρο εργασίας μπορεί να επηρεάσει ενδεχομένως κάθε χώρο εργασίας και κάθε εργαζόμενο. Χαρακτηριστικό είναι ότι χώρες όπως η Γερμανία, η Σουηδία και η Ιταλία αναγνωρίζουν την εργασιακή παρενόχληση ως επαγγελματική ασθένεια.

Το σύνδρομο mobbing ή αλλιώς σύνδρομο εργασιακής παρενόχλησης αποτελεί μια μορφή εργασιακής παρενόχλησης που απευθύνεται κυρίως στην προσωπικότητα του θύματος με τη μορφή της ψυχολογικής ταπείνωσης, της ηθικής αποδυνάμωσης και του εκφοβισμού. Μιλάμε για επαναλαμβανόμενες πράξεις που συμβαίνουν συστηματικά (τουλάχιστον μια φορά την εβδομάδα για τουλάχιστον έξι μήνες) προκειμένου να υπονομευθεί ένα άτομο ή σπανιότερα μια ομάδα εργαζομένων, που έχουν σαν στόχο να οδηγηθεί το θύμα σε παραίτηση ή να συμμορφωθεί με κάποια συγκεκριμένα δεδομένα. Συνήθως πυροδοτείται από ένα πρόσωπο (θύτης ή διώκτης) που αισθάνεται απειλούμενο και επιθυμεί να εκδικηθεί, να παραγκωνίσει, ή να διαβάλει το θύμα/στόχο. Κάποιοι συνάδελφοι σταδιακά συμμετέχουν στην παρενόχληση ή απλά την αποδέχονται παθητικά, χωρίς να αντιδρούν, είτε γιατί και οι ίδιοι θέλουν να απομακρύνουν τον στόχο είτε γιατί φοβούνται ότι μπορεί να στοχοποιηθούν και οι ίδιοι.

Οι πιθανές αιτίες πίσω από το φαινόμενο του mobbing σχετίζονται μεταξύ άλλων με αστοχίες στον τρόπο διοίκησης και ηγεσίας (π.χ. αυταρχική διοίκηση με ανταγωνιστικές πρακτικές) και με ζητήματα οργάνωσης (έλλειψη προσωπικού, κακός σχεδιασμός, ασαφείς ρόλοι μεταξύ εργαζομένων, υπερβολική ή ανύπαρκτη ιεραρχία).

Φυσικά δεν αποτελεί παρενόχληση κάθε δυσάρεστη αλληλεπίδραση ή όταν κάποιος χάνει την ψυχραιμία του ή αντιδρά υπερβολικά, ούτε φυσικά η εποικοδομητική κριτική ή η πειθάρχηση σύμφωνα με τον κώδικα δεοντολογίας της επιχείρησης. Οι συνήθεις συμπεριφορές ηθικού-ψυχολογικού εκφοβισμού γενικά ταιριάζουν σε δύο κατηγορίες: επιθέσεις που είναι άμεσες και προσωπικές και επιθέσεις που είναι έμμεσες και συναφείς με την εργασία. Μιλάμε ωστόσο πάντα για μια αλληλουχία πράξεων και όχι για μεμονωμένα περιστατικά. Μπορεί να περιλαμβάνουν την παρεμπόδιση της έκφρασης και της επικοινωνίας, τον αποκλεισμό ή την απομόνωση κατά τη διάρκεια της εργασίας ή και από κοινές δραστηριότητες εκτός αυτής, τα υποτιμητικά σχόλια, τις σαρκαστικές παρατηρήσεις, τα προσβλητικά αστεία και τα κουτσομπολιά/φήμες που κάνουν τον χώρο εργασίας δυσάρεστο για το θύμα. Σε σχέση με την εργασία καθαυτή παρατηρείται άδικη κριτική, ανάθεση καθηκόντων πέρα από τις δυνατότητες του θύματος με σκοπό να αποδειχθεί ανίκανο ή αυστηρές προθεσμίες που θα οδηγήσουν σε αποτυχία. Η παρενόχληση μερικές φορές κλιμακώνεται σε σωματική βία ή σεξουαλική παρενόχληση, ενώ σε κάθε περίπτωση μπορεί να πάρει και τη μορφή διαδικτυακού εκφοβισμού.

Οι mobbers πιθανόν να είναι άτομα που αισθάνονται ανασφάλεια και θέλουν να αποσπάσουν την προσοχή από τη δική τους ανεπάρκεια ή άτομα με έντονη επιθετικότητα και παρόρμηση. Κάποιοι ερευνητές υποστηρίζουν ότι οι mobbers μπορεί να υπήρξαν θύματα μιας τραυματικής παιδικής ηλικίας και λόγω του τρόπου εσωτερίκευσης,σε ευνοϊκές συνθήκες όπως η εργασία, συμπεριφέρονται τοξικά. Κλινικά έχουν συνδεθεί και με τη ναρκισσιστική διαταραχή προσωπικότητας ή έντονα ναρκισσιστικά και αντικοινωνικά χαρακτηριστικά, και παρουσιάζονται ως κοινωνικά δυσλειτουργικά άτομα με συναισθήματα υπεροχής, φαντασιώσεις εξουσίας και έλλειψη ενσυναίσθησης, που εκμεταλλεύονται τους άλλους για να πετύχουν προσωπικούς σκοπούς και μπορούν να γίνουν σκληροί και εκδικητικοί, όταν αισθάνονται πως απειλούνται.

Σε σχέση με το θύμα/στόχο, οι έρευνες δεν επαληθεύουν τη συσχέτιση με χαρακτηριστικά προσωπικότητας. Άτομα που φαίνεται να διατρέχουν υψηλότερο κίνδυνο στοχοποίησης είναι οι απομονωμένοι εργαζόμενοι που δεν έχουν «συμμαχίες» στο επαγγελματικό περιβάλλον, άτομα που μοιάζουν διαφορετικά από το σύνολο και χαρακτηρίζονται ως «περίεργα» ή «ιδιαίτερα» από συναδέλφους, άτομα που έχουν υψηλά προσόντα, ανώτερο μορφωτικό επίπεδο και αντιστέκονται στη χειραγώγηση και οι νέοι εργαζόμενοι, ιδίως αν είναι άτομα έντονα συναισθηματικά και αγχώδη.

Σημαντικό είναι ο εργαζόμενος που παρενοχλείται να επανακτήσει την αυτοεκτίµησή του και να ισχυροποιήσει την αλληλεγγύη, συζητώντας το πρόβλημα με συναδέλφους και προϊσταμένους, δημιουργώντας έτσι δεσμούς υποστήριξης. Πολλές φορές βέβαια το θύμα είναι ψυχικά και σωματικά εξαντλημένο για να αντιδράσει αποτελεσματικά επομένως  είναι πολύ σημαντική η αξιολόγηση και αντιμετώπιση των συμπτωμάτων που προκαλούνται. Τα θύματα εργασιακής παρενόχλησης τις περισσότερες φορές καταβάλλονται από αρνητικά συναισθήματα, π.χ. όπως το άγχος, ο έντονος θυμός, η αυτό-αμφισβήτηση, η ταπείνωση, η ανικανότητα, η ντροπή και η απόγνωση, τα οποία μπορεί να προκαλέσουν ακόμα και σοβαρές διαταραχές, όπως οι κρίσεις πανικού, η κατάθλιψη, το μετατραυματικό στρες ή οι αυτοκτονικές τάσεις. Τα συνήθη σωματικά συμπτώματα που συμπληρώνουν την ψυχική εξάντληση είναι γαστρεντερολογικές ενοχλήσεις, διαταραχές ύπνου, πονοκέφαλοι, ημικρανίες, κόπωση, υπερκόπωση και συμπτώματα εξάντλησης, ορμονικές διαταραχές, επιπτώσεις στη σεξουαλικότητα κ.α.

Ο εκφοβισμός και η βία στην εργασία πλήττουν συνήθως έντονα και το ίδιο το εργασιακό περιβάλλον. Παρατηρούνται υψηλά επίπεδα απουσίας, απώλεια κινήτρων, οράματος, ικανοποίησης και χαμηλότερη παραγωγικότητα, ενώ αυξάνεται η πιθανότητα των θυμάτων να εκφοβίσουν άλλους. Παράλληλα, ο οικονομικός προϋπολογισμός της επιχείρησης συχνά κλονίζεται και πλήττεται η φήμη και η δημόσια εικόνα της.

Σε ατομικό επίπεδο πρόληψης είναι σημαντικό να εξοικειωθούμε με την πολιτική κατά της εργασιακής παρενόχλησης που υιοθετεί το πλαίσιο εργασίας μας, να κατανοήσουμε τη σημασία της και να ενισχύσουμε το υποστηρικτικό μας δικτύο εντός και εκτός της εργασίας, ακόμα και να εξασκηθούμε στην άμεση αντίδραση σε συμπεριφορές που μας κάνουν να αισθανόμαστε υποτίμηση και ευαλωτότητα. Σημαντικότερο προληπτικό μέτρο όλων είναι φυσικά η ενημέρωση- ευαισθητοποίηση και εκπαίδευση όλων των εργαζόμενων σε τέτοιου είδους φαινόμενα και συμπεριφορές. Καμία μορφή παρενόχλησης δεν πρέπει να είναι αποδεκτή και κανένας δεν πρέπει να αντιμετωπίζει μόνος οποιαδήποτε μορφή της.

Συγγραφές περιεχομένου: Ε. Μανίκα