Ο όρος «µποϋκοτάζ» είναι ένας διεθνής όρος που αποδίδεται ως εμπορική απομόνωση, άρνηση εμπορικής σχέσης, αποχή και απόρριψη αντίστοιχων οικονομικών επαφών. Μποϋκοτάζ προκύπτει όταν τα μέλη ενός σωματείου, μιας οργάνωσης, μιας ένωσης καταναλωτών κ.ο.κ., συμφωνούν να μη συμμετέχουν, ή ενεργούν από κοινού απέχοντας από τη χρήση, την αγορά, τη διαπραγμάτευση ή τη συνεργασία,ως δυναμική έκφραση διαμαρτυρίας ή δυσφορίας, ή ως μέσο εξαναγκασμού: μποϋκοτάζ μιας επιχείρησης, μποϋκοτάζ σε εμπόρους, μποϋκοτάζ στα λεωφορεία, μποϋκοτάζστις εκλογές, μποϋκοτάζ ενός προϊόντος είναι μόνο κάποια από τα πολλά παραδείγματα.


Πώς προήλθε όμως ο όρος; Στη δεκαετία του 1870, οι Ιρλανδοί αγρότες βίωναν μια σοβαρή κρίση στη γεωργοκτηνοτροφική παραγωγή που απειλούσε να οδηγήσει σε επανάληψη του τρομερού λιμού και των μαζικών εξώσεων της δεκαετίας του 1840. Θέλοντας να αποτρέψουντην ολοκληρωτική οικονομική καταστροφή, δημιούργησαν την “Irish Land League”(Ιρλανδική πολιτική οργάνωση για την προστασία των κτηματιών), για να οργανωθούν εναντίον των αυξήσεων των ενοικίων και των εκδιώξεων εκ μέρους των ιδιοκτητών, ως αποτέλεσμα της κρίσης.

Ο όρος µποϋκοτάζ προήλθε από τον Τσαρλς Μπόυκοτ (Charles Boycott). Ο Μπόυκοτ (12 Μαρτίου 1832 – 19 Ιουνίου 1897) ήταν Άγγλος κτηματομεσίτης. Το 1880, υπήρξε κινητοποίηση των αγροτών για τη διασφάλιση των τριών “F” (“fair rent, fixity of tenure and free sale”, τουτέστιν «λογικό ενοίκιο, σταθερότητα της διάρκειας της μίσθωσης και ελεύθερη πώληση»). Στο πλαίσιο αυτό και για την προστασία των ενοικιαστών από την εκμετάλλευση, η Land League υπό τον Μάικλ Ντάβιτ απέσυρε το τοπικό εργατικό δυναμικό που ήταν απόλυτα αναγκαίο για να διασωθεί η συγκομιδή στο κτήμα του Λόρδου Erne. Όταν Μπόυκοτ, ως ενεργούμενο του λόρδου, προσπάθησε με διάφορους ύπουλους και αθέμιτους τρόπους να υπονομεύσει τον αγώνα των αγροτών, η οργάνωση ξεκίνησε εκστρατεία απομόνωσης εναντίον του στην τοπική κοινότητα. Οι γείτονες δεν του μιλούσαν, τα καταστήματα δεν τον εξυπηρετούσαν, οι τοπικοί εργάτες αρνήθηκαν να φροντίσουν το σπίτι του και ο ταχυδρόμος να παραδώσει την αλληλογραφία του.

0 Τσαρλς Μπόυκοτ
0 Τσαρλς Μπόυκοτ

Το όνομα του Μπόϊκοτ υιοθετήθηκε γρήγορα για την περιγραφή μιας τέτοιας κατάστασης, όχι μόνο στα αγγλικά αλλά και σε άλλες γλώσσες όπως τα γαλλικά, τα ολλανδικά, τα γερμανικά και τα ρωσικά.

Ένα μποϋκοτάζ μπορεί να παραβιάσει τη νομοθεσία όταν εργαλειοποιείται για να εξαναγκάσει ένα άλλο μέρος να πληρώσει υψηλότερες τιμές ή με οποιονδήποτε τρόπο να περιορίσει τον ανταγωνισμό. Μποϋκοτάζ που ξεκινούν για να εμποδίσουν την είσοδο μιας εταιρείας σε μια αγορά, είναι παράνομα. Συχνά τα μποϋκοτάζ χρησιμοποιούνται από καταναλωτικές ή κοινωνικές ομάδες δράσης για να παροτρύνουν μια εταιρεία να αλλάξει τη συμπεριφορά της ή τις πολιτικές που θεωρούνται επιβλαβείς για την ομάδα και το κοινωνικό σύνολο. Αντιστοίχως, ένα μποϋκοτάζ των πελατών ή των προμηθευτών μιας στοχευμένης εταιρείας με τους οποίους οι ενεργούντες το μποϋκοτάζ δεν έχουν άμεση διαμάχη είναι παράνομο και διώκεται βάσει του νόμου.

Το “lock-out” (η «ανταπεργία») είναι πρακτικά ένας άλλος τύπος μποϋκοτάζ. Αντί οι υπάλληλοι να αποχωρούν από τη δουλειά, ο ίδιος ο εργοδότης τους απαγορεύει να εργάζονται. Ένα lock-out μπορεί να επισυμβεί όταν αποβούν άκαρπες οι διαπραγματεύσεις μεταξύ ενός συνδικάτου και ενός εργοδότη, όπως μεταξύ μιας ένωσης επαγγελματιών αθλητών και μιας επαγγελματικής αθλητικής ομάδας. Είναι νόμιμο μόνο όταν υπάρχει σαφές και τεκμηριωμένο οικονομικό έρεισμα του εργοδότη.


Ενώ τα ειρηνικά μποϋκοτάζ είναι γενικά νόμιμα, τα μποϋκοτάζ που χρησιμοποιούν εξαναγκασμό ή εκφοβισμό για να προτρέψουν άλλους να βάλλουν έναντι μιας στοχοποιημένης επιχείρησης είναι παράνομα ή/και καταχρηστικά.