Οι αρχές κάποιων χωρών εξετάζουν το ενδεχόμενο να αποστέλλεται παραϊατρικό προσωπικό αντί για αστυνομικούς σε επείγοντα ψυχιατρικά περιστατικά και σε μερικές εξ΄αυτών ήδη εφαρμόζεται η πρακτική. Το σκεπτικό είναι ότι οι νοσηλευτές έχουν καλύτερη εκπαίδευση και γνώση από την αστυνομία για τη διαχείριση ψυχικά ασθενών, συνεπώς το άρρωστο άτομο θα αντιμετωπισθεί καλύτερα. Τα δεδομένα που προκύπτουν μπορούν να παρέξουν πολύτιμες πληροφορίες και για το ελληνικό σύστημα ακούσιων νοσηλειών.

Στις χώρες που εφαρμόζεται αυτή η πρακτική υπάρχει η ανησυχία ότι το παραϊατρικό προσωπικό μπορεί να εκτεθεί σε μεγαλύτερο κίνδυνο, καθώς οι αστυνομικοί είναι (συνήθως) ικανοί και εκπαιδευμένοι να εκτονώσουν μια επικίνδυνη κατάσταση και να προστατεύσουν το κοινό. Είναι δύσκολο στην οξεία φάση ενός επείγοντος περιστατικού να γίνει διάκριση μεταξύ εκδήλωσης ψυχικής νόσου, ψυχωτικού επεισοδίου που προκαλείται από ναρκωτικά και απλής επιθετικότητας, ειδικά όταν το άτομο είναι οργισμένο ή ακόμα και οπλισμένο. Μέχρι το άτομο να αφοπλιστεί και να υπάρξει ασφάλεια, η στιγμιαία διαγνωστική διαφοροποίηση δεν έχει βέβαια και μεγάλη πρακτική σημασία. 

Σύμφωνα με τα νοσοκομειακά πρωτόκολλα ασφαλείας κάποιων χωρών του εξωτερικού όπου και εφαρμόζεται το πρόγραμμα, συνήθως απαιτούνται πέντε νοσηλευτές για να καθηλώσουν έναν ασθενή (ένα άτομο για κάθε άκρο και ένα για το κεφάλι) και ένας νοσηλευτής για τη χορήγηση κατασταλτικής αγωγής. Όμως, συνήθως αποστέλλονται μόνο δύο νοσηλευτές σε ένα επείγον περιστατικό, οι οποίοι συχνά δέχονται επίθεση, οπότε μάλλον η αστυνομική συνοδεία είναι απαραίτητη. 

Η έγκαιρη και αποτελεσματική παρέμβαση -πριν προκύψουν κλιμακώσεις και επιπλοκές- είναι ζωτικής σημασίας. Καλό είναι να αποφευχθεί μια κατάσταση όπου οι συγγενείς δεν καλούν την αστυνομία επειδή φοβούνται για το στίγμα ή τις αντιδράσεις του αγαπημένου τους προσώπου. Η αστυνομία και οι νοσηλευτές έχουν επίσης καθήκον να φροντίζουν για την προστασία και της δικής τους ζωής. Εάν το παραϊατρικό προσωπικό αναλαμβάνει και ρόλους αστυνόμευσης, θα πρέπει να του παρασχεθεί κατοχύρωση έναντι του νόμου για την κράτηση των ασθενών. Από την άλλη πλευρά, πότε πρέπει να υπάρχει και ιατρική συνοδεία σε μια πρωτογενή αστυνομική επιχείρηση; Τα αποδεκτά επίπεδα κινδύνου είναι συζητήσιμα και είναι πάντα ευκολότερο να γίνουν εκ των υστέρων κατανοητά όταν έχει ολοκληρωθεί η επίσημη έρευνα. 

Παραϊατρικό προσωπικό σε υπηρεσία ασθενοφόρου μπορεί να μεταφέρει το πάσχον άτομο σε ψυχιατρική κλινική εάν πιστεύει ότι είναι ψυχικά άρρωστο και ότι η μεταφορά θα είναι επωφελής για την υγεία του. Ένας νοσηλευτής μπορεί να ζητήσει βοήθεια από την αστυνομία, εάν ανησυχεί ότι κατά τη μεταφορά χωρίς αστυνομική προστασία θα προκύψει  θέμα ασφάλειας του ασθενούς ή άλλων ατόμων.

Ένας αστυνομικός μπορεί να συλλάβει ένα ψυχικά άρρωστο ή διαταραγμένο άτομο και να το μεταφέρει σε ψυχιατρική δομή εφόσον πιστεύει ότι το άτομο διαπράττει ή έχει διαπράξει αδίκημα, ή ότι έχει προσπαθήσει να αυτοκτονήσει, ή ότι είναι πιθανό ότι θα προσπαθήσει να αυτοκτονήσει ή να σκοτώσει άλλο άτομο, ή να επιχειρήσει να προκαλέσει σωματική βλάβη στον εαυτό του ή σε οποιοδήποτε άλλο άτομο. 

Δεν είναι βέβαια εύκολο για τους αστυνομικούς να πάρουν πρωτοβουλία επί ψυχιατρικού θέματος. Αδρά, προχωρούν σε παρέμβαση αρκεί ένα άτομο να φαίνεται «ψυχικά διαταραγμένο και επιθετικό». Το έμπειρο παραϊατρικό προσωπικό είναι σε θέση να λάβει αποφάσεις επί ιατρικού θέματος σαφώς καλύτερα έναντι των αστυνομικών. 

Στην ελληνική πραγματικότητα, τόσο οι αστυνομικές δυνάμεις όσο και οι υπηρεσίες επείγουσας ιατρικής φροντίδας είναι ήδη υπερφορτωμένες, οπότε δεν υπάρχει εύκολη απάντηση σε αυτό το ακανθώδες ζήτημα. Θα ήταν χρήσιμο όμως να μελετώνται και άλλες πρακτικές με στόχο τη βέλτιστη διεκπεραίωση των ακούσιων νοσηλειών των ψυχιατρικών ασθενών.