Πράγματι, αυτή η οικογενειακή «οικονομική κατάρα» βασίζεται σε αληθή ιστορικά δεδομένα και λιγότερο σε δεισιδαιμονίες. Υπάρχουν, φυσικά, παραδείγματα μακραίωνης διατήρησης πλούτου (π.χ. βασιλικές οικογένειες στην Ευρώπη), με τη διαφορά όμως ότι τα περιουσιακά στοιχεία είναι ελεγχόμενα από καταπιστεύματα χωρίς οι  οικογένειες να διατηρούν άμεσα τον έλεγχο του πλούτου τους. Αυτό μειώνει τις πιθανότητες κάποιου να τα ξοδέψει όλα ή να κάνει αποτυχημένες επενδύσεις, δύο από τους κύριους λόγους για τους οποίους προκύπτουν απώλειες πλούτου.

Ζητήματα αναφύονται όταν υπάρχει έλλειψη οικονομικών γνώσεων και δεν δίδεται η αρμόζουσα σημασία στις οικογενειακές αξίες, οδηγώντας έτσι σε διαφορές στον τρόπο με τον οποίο κάθε γενιά διαχειρίζεται τα χρήματα. Η πρώτη γενιά δημιούργησε τον πλούτο, με σκληρή δουλειά και προσωπικές θυσίες, ώστε να ενισχύσουν τα παιδιά τους. Η δεύτερη γενιά, αν και δεν βίωσε τις ίδιες δυσκολίες, συνειδητοποίησε τι απαιτήθηκε ώστε να γεννηθεί αυτός ο πλούτος από τους γονείς τους και έτσι παραμένει το κίνητρο να τον διατηρήσουν.

Ένας βασικός λόγος για τη μη διατήρηση του πλούτου πάνω από τρείς γενιές είναι η έλλειψη επαρκούς διαφοροποίησης και διασποράς των επενδύσεων. Πολλές επιχειρήσεις που κέρδιζαν εκατομμύρια κατέρρευσαν κατά τη διάρκεια της πανδημίας του κορωνοϊού. Άλλες κατέρρευσαν μετά τα τρομοκρατικά χτυπήματα της 11ης Σεπτεμβρίου 2001 σε συγκεκριμένους κλάδους, άλλες κατά την κρίση του 2008-2009 και βέβαια πολλές κατά τη διάρκεια της Μεγάλης Ύφεσης της δεκαετίας του ’30. Οι περισσότεροι τείνουν να μην αλλάζουν καθόλου, ειδικά εάν είναι ήδη επιτυχημένοι. Ωστόσο, όσο οι άνθρωποι εφησυχάζουν δεν προφυλάσσονται επαρκώς από απίθανα μεν, αλλά εξαιρετικά καταστροφικά γεγονότα, από τα οποία προκύπτουν οι οικονομικές καταρρεύσεις. 

Υπάρχoυν επίσης τα δεδομένα των «σύνθετων πιθανοτήτων». Οι πιθανότητες ενός μείζονος καταστροφικού γεγονότος να επηρεάσει τον πλούτο μιας οικογένειας μπορεί να είναι γενικά μικρές, αλλά σε διάστημα 50-60-70 ετών αυτό γίνεται όλο και πιθανότερο. Γεγονότα όπως πολιτικές επαναστάσεις, ανατροπές κυβερνήσεων και βίαιες αλλαγές καθεστώτων συνδέονται εν μέρει με αυτό. Οι συνετοί ιδιοκτήτες επιχειρήσεων σε χώρες όπως η Κούβα, το Ιράν, η Βενεζουέλα, η Αίγυπτος και η Τυνησία ήξεραν πάντα ότι υπήρχαν πολιτικοί κίνδυνοι, ακόμη και όταν τα πράγματα ήταν ρόδινα, και φρόντιζαν να είναι προστατευμένοι έχοντας έγκαιρα μεταφέρει περιουσιακά στοιχεία στο εξωτερικό και μερικές φορές προχωρώντας σε δεύτερες επιχειρήσεις σε σταθερές χώρες. Δυστυχώς όμως, οι περισσότεροι περίμεναν έως ότου τα πράγματα έγιναν τελικά τραγικά και έπειτα απέδιδαν τις επιχειρηματικές τους αποτυχίες στα τυραννικά καθεστώτα, αντί να έχουν έγκαιρα προνοήσει. 

Τα προβλήματα υγείας είναι ένα άλλο παράδειγμα. Δεν μπορεί να προφυλαχθεί κανείς από κάθε αιφνίδια αλλαγή, αλλά οι οικογένειες που διατηρούν τον πλούτο τους τείνουν να ενεργούν για να προστατευτούν από πιθανές ανατροπές κάνοντας ερωτήσεις όπως «τι θα συνέβαινε αν αρρωστήσω αύριο;», «ποιός θα αναλάμβανε τα ηνία της επιχείρησης;», ή «τι μέτρα πρέπει να ληφθούν τώρα για να διασφαλισθούν τα περιουσιακά στοιχεία;».

Οι γονείς επιβάλλεται να είναι προσεκτικοί με το πώς εκπαιδεύουν τα παιδιά τους σε περιουσιακά ζητήματα. Το πρόβλημα δημιουργείται όταν  οι δεύτερες και οι τρίτες γενιές γνωρίζουν μόνο πώς να ξοδεύουν χρήματα και όχι πώς να τα παράγουν και πώς να τα διαχειρίζονται σωστά.

Πρέπει επίσης να συνειδητοποιήσουμε ότι οι υπέρμετρα θετικές αποδόσεις δεν διαρκούν για πάντα. Συνήθως συμβαίνει επάνοδος στον μέσο όρο. Αυτό το βλέπουμε στον αθλητισμό, στις επιχειρήσεις και στις επενδύσεις. Ωστόσο, οι άνθρωποι που πάνε καλά αισθάνονται ότι οι καλές στιγμές θα συνεχιστούν για πάντα.

Απαραίτητη είναι επίσης η επικέντρωση στο χρέος. Το χρέος δεν αποτελεί πρόβλημα όσο διαρκεί η ανοδική πορεία, αλλά η υπερβολική έκθεση σε δανεισμό μπορεί να αποβεί μοιραία. Αυτό είναι η πιο συνηθισμένη αιτία επιχειρηματικών αποτυχιών, ειδικά σε κλάδους όπως η ακίνητη περιουσία. Άρα, ο εφησυχασμός και η αδράνεια είναι τα βασικά αίτια απώλειας οικογενειακού πλούτου σε χρονικό διάστημα τριών γενεών. 

Πώς μπορούν λοιπόν να ξεφύγουν οι οικογένειες από αυτόν τον «κανόνα» των τριών γενεών; Το κλειδί βρίσκεται στις ανοιχτές οικογενειακές συζητήσεις σχετικά με τα οικονομικά. Τα χρήματα είναι ένα ακανθώδες θέμα για πολλές οικογένειες, αλλά είναι σημαντικό όλα τα μέλη της οικογένειας να επικοινωνούν γόνιμα. Εξάλλου, αυτές οι αποφάσεις επηρεάζουν τον καθένα. Οι γονείς μπορούν να ξεκινήσουν τη συζήτηση κοινοποιώντας στα παιδιά την ιστορία του πλούτου της οικογένειας και τι χρειάστηκε για να παραχθεί. Οι γηράσκοντες γονείς πρέπει να συζητήσουν με τα παιδιά τους λαμβάνοντας υπόψη στα οικονομικά τους σχέδια και τα κόστη της μακροχρόνιας φροντίδας τους. Σε κάποιο σημείο, η παρουσία ενός οικονομικού συμβούλου για καθοδήγηση και εκπαίδευση θα βοηθήσει όλα τα μέλη της οικογένειας να λάβουν τις βέλτιστες αποφάσεις.

Δεν υπάρχει αντικειμενικός λόγος για τον οποίο μια πλούσια οικογένεια δεν μπορεί να ανατρέψει τον «κανόνα των τριών γενεών». Μέσα από ανοιχτές, ουσιαστικές και ειλικρινείς συζητήσεις, όχι μόνο μπορεί να εξασφαλιστεί μια κληρονομιά για τις επόμενες γενιές, αλλά και να ενισχυθούν οι βαθύτερες σχέσεις της οικογένειας μέσω της εμπιστοσύνης, του σεβασμού και της αλληλοκατανόησης.