Ερευνητές απέδειξαν ότι οι πρωινοί τύποι όντως πιάνουν υψηλότερη βαθμολογία στη λεκτική νοημοσύνη, δηλαδή στην ικανότητα να χρησιμοποιούν αποτελεσματικά λέξεις και συνδυασμούς λέξεων στην επικοινωνία και στην επίλυση προβλημάτων. Αυτή η νέα μελέτη καταρρίπτει την παλαιότερη θεωρία ότι οι άνθρωποι με υψηλή ευφυΐα είναι πιο πιθανό να είναι ξενύχτηδες.

Αφού ληφθούν υπόψη βασικοί παράγοντες, όπως η ώρα του ύπνου και η ηλικία, γνωστικοί νευροεπιστήμονες διαπίστωσαν ότι ισχύει το αντίθετο, δηλαδή ότι οι πρωινοί τύποι τείνουν να έχουν ανώτερη λεκτική ικανότητα. Οι ερευνητές παρακολούθησαν τους βιολογικούς ρυθμούς και τις ημερήσιες προτιμήσεις κάθε συμμετέχοντα στη μελέτη για να προσδιορίσουν αν ήταν πρωινοί ή βραδινοί τύποι, με βάση τις επιλογές τους για την αντιμετώπιση προκλήσεων συγκεκριμένες ώρες της ημέρας.

Στη μελέτη χρησιμοποιήθηκαν εθελοντές από ένα ευρύ φάσμα ηλικιακών ομάδων. Υποβλήθηκαν σε έλεγχο για να αποκλειστούν τυχόν διαταραχές ύπνου ή άλλοι παράγοντες. Τα άτομα φορούσαν μια συσκευή παρακολούθησης για μια περίοδο 10 ημερών, ώστε να μετρηθούν τα επίπεδα δραστηριότητάς τους, συμπεριλαμβανομένης της ώρας που πήγαν για ύπνο, του χρόνου αφύπνισης, της συνολικής διάρκειας του ύπνου και άλλων παραγόντων. Τα αποτελέσματα κατέδειξαν ότι οι πρωινοί τύποι είχαν ανώτερες λεκτικές ικανότητες, όπως κατανόηση και ανάκληση πληροφοριών, επίλυση προβλημάτων λογοτεχνικού, επιστημονικού ή κοινωνικού περιεχομένου και σύνθετη ανάλυση γλωσσικών δεδομένων. Στη μελέτη τεκμηριώθηκε ότι η λεκτική νοημοσύνη ενός ατόμου επηρεάζεται αναμφίβολα από τους κιρκάδιους βιολογικούς ρυθμούς.

Σε γενικές γραμμές, τα νεαρά άτομα συνήθως εμπίπτουν στην κατηγορία του βραδινού χρονότυπου, ενώ τα ηλικιωμένα άτομα ήταν πιο πιθανό να προτιμούν τις πρωινές ώρες για διανοητικές αναζητήσεις και σωματική άσκηση.

Οι ερευνητές κατέληξαν ότι σύμφωνα με τα ευρήματά τους τα παιδιά σχολικής ηλικίας και οι έφηβοι μπορεί τελικά να αντιμετωπίζονται άδικα, καθώς τα σχολικά τους προγράμματα ουσιαστικά διέπονται από τους πρωινούς ρυθμούς των γονέων και των καθηγητών τους και από την γενικότερη ρουτίνα τους. Πολλές ώρες έναρξης του σχολείου δεν καθορίζονται από τους χρονοτύπους των μαθητών, αλλά από τους γονείς και τα ωράρια εργασίας τους, επομένως τα παιδιά σχολικής ηλικίας πληρώνουν το τίμημα επειδή συνήθως είναι απογευματινοί/βραδινοί τύποι που αναγκάζονται να εργάζονται με πρωινού τύπου πρόγραμμα. Αυτό θέτει τα παιδιά σχολικής ηλικίας σε βιολογικό μειονέκτημα ως προς την επεξεργασία γραπτών ή προφορικών πληροφοριών, καθώς και ως προς την εκμάθηση νέων δεξιοτήτων.

Είναι αυτονόητο ότι ο εγκέφαλός μας λατρεύει την κανονικότητα και για να είμαστε αποδοτικοί στους βιολογικούς μας ρυθμούς πρέπει να τηρούμε όσο το δυνατόν περισσότερο αυτό το πρόγραμμα και να μην προσπαθούμε συνεχώς να καλύψουμε τα κενά που δημιουργούνται.

Διάβασε ακόμα:

Τι μπορεί να μάθει ένας νέος γονέας για τη ζωή του

Η αύξηση του παγκόσμιου πληθυσμού

Η θεωρία της αμοιβαίας ανταμοιβής