Παρόλο που η εργασία του δημοσιογράφου έχει εμπλουτιστεί με οπτικό υλικό και έχει γίνει πιο δημιουργική, συχνά το τελικό αποτέλεσμα μοιάζει ξεκομμένο από τους θεμελιώδεις κανόνες της δημοσιογραφίας. Ο στόχος της αμερόληπτης παρουσίασης της είδησης, απεγκλωβισμένης από τις προσωπικές απόψεις του παρουσιαστή ή της περιρρέουσας ατμόσφαιρας, όλο και περισσότερο υποκύπτει στον βωμό της πολιτικής ορθότητας, της εξυπηρέτησης εμπορικών συμφερόντων ή χαμηλής δημοσιογραφικής παιδείας.

Ως εκ τούτου η καταφυγή στους θεμελιώδεις κανόνες της δημοσιογραφίας είναι ο φάρος που θα επαναφέρει το λειτούργημα του δημοσιογράφου στο σωστό μονοπάτι. Υπάρχουν πολλοί γραπτοί κανόνες στον  Κώδικα Δεοντολογίας των Δημοσιογράφων και αρκετοί άγραφοι. Οι κυριότεροι είναι:

Ανεξαρτησία

Πάντα υπάρχουν δύο πλευρές σε μία ιστορία. Ο ρόλος του δημοσιογράφου είναι να τις παρουσιάζει, να αποκαλύπτει την αλήθεια και να ενημερώνει τον κόσμο. Η διαδικασία πρέπει να στηρίζεται στη συλλογή στοιχείων και στη δίκαια αποκωδικοποίηση και ερμηνεία τους, χωρίς μεροληψία. 

Η ανεξαρτησία είναι η ανάσα του δημοσιογραφικού έργου. Όταν δεν υπάρχει, τότε το έργο πεθαίνει. Ο δημοσιογράφος πρέπει να είναι απαλλαγμένος από οποιοδήποτε συμφέρον εκτός από το δικαίωμα του κοινού να γνωρίζει και να μην επηρεάζεται από εσωτερικές ή εξωτερικές πιέσεις. Οι προσωπικές του απόψεις δεν πρέπει να παρεμποδίζουν το έργο της αποκάλυψης της αλήθειας σε κανένα στάδιο της δημοσιογραφικής έρευνας.  

Εμπιστευτικότητα

Ο κώδικας ηθικής συμπεριφοράς προτάσσει ότι οι δημοσιογράφοι δεν αποκαλύπτουν ποτέ τις πηγές τους, παρόλο που αυτό δεν στηρίζεται απόλυτα από το νομικό πλαίσιο. Η εμπιστευτικότητα διευκολύνει τις μαρτυρίες και εξυπηρετεί την αποκάλυψη της αλήθειας. Επιπλέον, η ελαχιστοποίηση της ζημιάς είναι ένα από τα ηθικά προαπαιτούμενα της δημοσιογραφίας.

Η προσέγγιση ενός θέματος δεοντολογικά απαιτεί την αντιμετώπιση των πηγών, των εμπλεκόμενων ατόμων και των συναδέλφων με σεβασμό, χωρίς να θυσιάζονται υπολήψεις στον βωμό της ακροαματικότητας, τηλεθέασης ή αναγνωσιμότητας και χωρίς ο δημοσιογράφος να προδικάζει εκβάσεις γεγονότων ενοχοποιώντας ή απενοχοποιώντας άτομα κατά βούληση.

Λογοκλοπή

Σε μια δημιουργική εργασία όπως η δημοσιογραφία, μπορεί να εκπλήσσει το γεγονός ότι η λογοκλοπή είναι ένα συνηθισμένο φαινόμενο. Σίγουρα η λογοκλοπή στον δημοσιογραφικό κόσμο δεν έχει τύχει της δέουσας προσοχής, όπως έχει γίνει με τον ακαδημαϊκό χώρο. Πού και πού κάποια μεμονωμένα περιστατικά αποκαλύπτονται και προκαλούν πρόσκαιρα σάλο, για να ξεχαστούν μόλις η επόμενη είδηση ξεπηδήσει στο προσκήνιο. Παρόλο που δεν αποτελεί έκπληξη το γεγονός ότι η λογοκλοπή συνεχίζει να συμβαίνει ο δημοσιογράφος που σέβεται τον εαυτό του και την επαγγελματική του ιδιότητα, είναι αδύνατον να προβεί στην παραβατική αυτή ενέργεια. 

Το λειτούργημα του δημοσιογράφου είναι ένας από τους πυλώνες της δημοκρατίας και προάγει την αντικειμενική ενημέρωση του κοινού, συμβάλλοντας στην κοινωνική πρόοδο. Η ελευθερία της έκφρασης του λόγου αξιοποιείται προς όφελος της κοινωνίας και οι κανόνες της δεοντολογίας πρέπει να αποτελούν τη βασική πυξίδα κάθε εργαζόμενου στον χώρο. Σήμερα, που οι ψευδείς ειδήσεις κατακλύζουν τα μέσα ενημέρωσης και το επίπεδο αρκετών δημοσιογράφων είναι αξιοπρόσεκτα χαμηλό,  περισσότερο από ποτέ χρειάζεται να υπερτονίσουμε τους γραπτούς και άγραφους κανόνες της ηθικής της δημοσιογραφίας. Για να μπορεί κάποιος να αποκαλεί τον εαυτό του δημοσιογράφο, πρέπει να αισθάνεται βαθιά ριζωμένη μέσα του την πεποίθηση ότι η δεοντολογία προηγείται της δημοσιογραφίας όχι μόνο στο λεξικό, αλλά και στην καθημερινή πρακτική.