Φάνηκε ότι από τον πρώτο κιόλας μήνα της πανδημίας ο αντίκτυπος που υπήρξε στις συνθήκες διαβίωσης και στην οικονομική κατάσταση των ανθρώπων. Κυριάρχησε μια συνεχώς αυξανόμενη οικονομική ανασφάλεια, καθώς πολλοί άνθρωποι τέθηκαν εκτός εργασίας ή βρέθηκαν χωρίς εισόδημα. Αυτή η διαπίστωση ενισχύεται από τα ευρήματα της έρευνας του Eurofound που διεξήχθει τον Απρίλιο του 2020 και έδειξε ότι περίπου 4 στους 10 συμμετέχοντες ήταν απαισιόδοξοι για την οικονομική τους κατάσταση.

 Πιο συγκεκριμένα, ένα υψηλό ποσοστό των συμμετεχόντων (38%) σε όλες τις χώρες της Ευρώπης, δήλωσαν  ότι η οικονομική τους κατάσταση είναι χειρότερη από ότι πριν από την πανδημία COVID-19, όταν η Ευρωπαϊκή Ένωση βίωνε ακόμα ισχυρή οικονομική ανάπτυξη. Επιπλέον, πολλοί άνθρωποι εξέφρασαν έντονη ανησυχία για το άμεσο μέλλον, με το 38% των ερωτηθέντων να πιστεύει ότι η οικονομική κατάστασή τους θα είναι χειρότερη σε τρεις μήνες. 

 Ενδιαφέρον παρουσιάζει το γεγονός ότι το ποσοστό αυτών που αντιλαμβάνονται ότι η οικονομική τους κατάσταση έχει επιδεινωθεί από την έναρξη του COVID-19 είναι υψηλότερο μεταξύ των 35 με 49 ετών (44%) από ότι μεταξύ αυτών που βρίσκονται σε ηλικία άνω των 50 ετών (35%). Οι ερωτηθέντες σε αυτήν την ομάδα μέσης ηλικίας είναι επίσης λιγότερο αισιόδοξοι για την οικονομική τους κατάσταση όσον αφορά τους επόμενους μήνες. Τα άτομα που αυτοαπασχολούνται ή είναι άνεργοι είναι και αυτά που εκφράζουν συχνότερα σημάδια οικονομικής δυσχέρειας. Περίπου 2 στους 3 συμμετέχοντες πιστεύουν ότι η οικονομική τους κατάσταση έχει επιδεινωθεί από την έναρξη της πανδημίας. Πιο συγκεκριμένα το 52% των αυτοαπασχολούμενων και το 49% των ανέργων  δείχνουν ότι ανησυχούν πως η οικονομική τους κατάσταση θα επιδεινωθεί τους επόμενους τρεις μήνες. 

  Αλλά τι γίνεται όσον αφορά τις αποταμιεύσεις των Ευρωπαίων πολιτών;  Σύμφωνα με τα ευρήματα της παρούσας έρευνας, στην οποία συμμετείχαν πάνω από 85.000 άτομα, το 56% από αυτούς δηλώνουν ότι δεν μπορούν να συντηρήσουν το βιοτικό τους επίπεδο για περισσότερους από τρεις μήνες χωρίς εισόδημα. Πιο αναλυτικά, το 27% δεν έχουν καθόλου αποταμιεύσεις και το 29% έχει τόσα, ώστε να καλύψει τρεις μήνες. Ακόμα και στα πλουσιότερα κράτη μέλη, πάνω από το ένα τρίτο των συμμετεχόντων αναφέρει ότι δεν έχουν επαρκείς αποταμιεύσεις για να τα καταφέρουν χωρίς εισόδημα για περισσότερο από τρεις μήνες ( 35% στο Λουξεμβούργο, 40% στην Αυστρία, 42% στη Σουηδία, 45% στην Ιταλία, 43% στη Δανία και 46% στις Κάτω Χώρες). Στις χώρες που επλήγησαν περισσότερο από την πανδημία, υπάρχει μεγάλη διακύμανση, για παράδειγμα, στην Ισπανία το ποσοστό που θα μπορούσε να επιβιώσει μέχρι και τρεις μήνες είναι το 53% και στη Γαλλία το 59%. 

 Αν και γενικά οι ηλικιωμένοι τείνουν να έχουν καταφέρει να έχουν περισσότερες αποταμιεύσεις, σχεδόν οι μισοί από τους συνταξιούχους ερωτηθέντες στο δείγμα ανέφεραν ότι θα μπορούσαν να τα καταφέρουν χωρίς εισόδημα για λιγότερο από τρεις μήνες. Η κατάσταση φαίνεται να είναι ακόμη πιο δύσκολη για τους ανέργους, καθώς τα τρία τέταρτα αυτής της ομάδας δεν θα τα καταφέρουν για περισσότερο από τρεις μήνες, με το 45% να δηλώνουν ότι δεν έχουν καθόλου αποταμιεύσεις. Η οικονομική ανασφάλεια είναι ακόμη πιο έντονη για εκείνους που έχουν χάσει τις δουλειές τους. Τα παραπάνω ευρήματα τονίζουν τη σημασία της κοινωνικής προστασίας για ορισμένες ομάδες αμέσως μετά τη λήξη της πανδημίας.

 Επίσης, τα αποτελέσματα της έρευνας αποκαλύπτουν ότι λόγω των οικονομικών επιπτώσεων της πανδημικής κρίσης COVID-19, τα περισσότερα νοικοκυριά αντιμετωπίζουν σοβαρές οικονομικές δυσκολίες. Πιο συγκεκριμένα, πάνω από το 48% αναφέρει ότι το νοικοκυριό τους δυσκολεύεται να τα καταφέρει. Το 82% των ερωτηθέντων που είναι άνεργοι αναφέρουν σοβαρές οικονομικές δυσκολίες στο νοικοκυριό τους, διπλάσιο δηλαδή ποσοστό από όσους εργάζονται, επισημαίνοντας την επείγουσα ανάγκη για οικονομική υποστήριξη σε νοικοκυριά όπου δεν υπάρχουν εργαζόμενοι, κατά τη διάρκεια της πανδημίας του COVID-19.

Διαβάστε ακόμα:

Εργασία, τηλεργασία και COVID-19

Ψυχικές επιπτώσεις της καραντίνας με αντίκτυπο στην οικονομία

Το χρηματιστήριο των ΗΠΑ επί COVID-19