‘Yφεση θεωρείται μια σημαντική πτώση της οικονομικής δραστηριότητας που διαρκεί περισσότερο από μερικούς μήνες. H πτώση αφορά 5 οικονομικούς δείκτες: ακαθάριστο εγχώριο προϊόν, εισόδημα, απασχόληση, παραγωγή και λιανικές πωλήσεις. Συχνά λέγεται, ότι ύφεση υπάρχει, όταν ο ρυθμός αύξησης του ΑΕΠ είναι αρνητικός για 2 διαδοχικά τρίμηνα ή περισσότερο. Αλλά μια ύφεση μπορεί να ξεκινήσει ήδη πριν τις τριμηνιαίες εκθέσεις του ΑΕΠ. Γι’ αυτό οι οικονομολόγοι βασίζονται στους άλλους τέσσερις παράγοντες, γιατί όταν αυτοί υποχωρήσουν, θα υποχωρήσει και το ΑΕΠ. 

Ένας ποσοτικός ορισμός προτάθηκε από τον J. Shiskin, Διευθυντή του Γραφείου Στατιστικής της Εργασίας των ΗΠΑ, το 1974: μείωση του ΑΕΠ για 2 διαδοχικά τρίμηνα, μείωση της μεταποίησης για 6 μήνες, μείωση της απασχόλησης κατά 1,5%, μείωση θέσεων εργασίας σε περισσότερο από το 75% των βιομηχανιών για >6 μήνες και αύξηση της ανεργίας κατά 2μονάδες σε επίπεδο τουλάχιστον 6%.

Ο σημαντικότερος δείκτης ύφεσης είναι το ΑΕΠ (το σύνολο της παραγωγής από επιχειρήσεις και ιδιώτες). Όταν ο ρυθμός αύξησης του ΑΕΠ είναι αρνητικός, πιθανόν σηματοδοτείται μια ύφεση. Αλλά μερικές φορές η ανάπτυξη είναι αρνητική και στο επόμενο τρίμηνο θετικοποιείται. Επίσης, οι οικονομολόγοι ενδέχεται να αναθεωρήσουν τις εκτιμήσεις για το ΑΕΠ. Επομένως, είναι δύσκολο να προσδιορίσουμε εάν υπάρχει ύφεση βασιζόμενοι μόνο στο ΑΕΠ.

Τα πραγματικά έσοδα αντανακλούν το εισόδημα προσαρμοσμένο ως προς τον πληθωρισμό.Οι λογιστικές εγγραφές, όπως η κοινωνική ασφάλιση και η πρόνοια, δεν συνυπολογίζονται. Όταν μειώνεται το πραγματικό εισόδημα, μειώνεται η κατανάλωση και η ζήτηση. Επίσης, η υγιής πορεία της μεταποίησης και των λιανικών πωλήσεων είναι κρίσιμη. Σημειώστε ότι η χρηματιστηριακή αγορά δεν αποτελεί δείκτη ύφεσης. Οι τιμές των μετοχών αντανακλούν τα αναμενόμενα κέρδη των εταιρειών. Οι προσδοκίες των επενδυτών είναι μερικές φορές υπερβολικά αισιόδοξες ή απαισιόδοξες. Αυτό κάνει το χρηματιστήριο ασταθέστερο από την οικονομία. Όταν υπάρχει ύφεση, η χρηματιστηριακή αγορά θα μπορούσε να μειωθεί >20% σε διάστημα μηνών. Μια συντριβή στο χρηματιστήριο μπορεί επίσης να προκαλέσει ύφεση, επειδή πολλοί επενδυτές χάνουν την εμπιστοσύνη στην οικονομία.

Κατά τη διάρκεια μιας ύφεσης, ένα τρίμηνο αρνητικής ανάπτυξης μπορεί να μεταπέσει σε θετική ανάπτυξη για αρκετά τρίμηνα και να ακολουθήσει ένα τρίμηνο αρνητικής ανάπτυξης. Μια ύφεση είναι σύντομη, συνήθως 9-18 μήνες. Αλλά ο αντίκτυπός της μπορεί να είναι μακροχρόνιος. Το πρώτο σημάδι μιας επικείμενης ύφεσης αφορά έναν από τους κορυφαίους οικονομικούς δείκτες: τις παραγωγικές θέσεις εργασίας. Οι κατασκευαστές λαμβάνουν μεγάλες παραγγελίες μήνες πριν. Αν αυτές μειώνονται με την πάροδο του χρόνου, θα μειωθούν οι εργασίες στο εργοστάσιο. Όταν οι κατασκευαστές σταματήσουν να προσλαμβάνουν, σημαίνει ότι άλλοι τομείς της οικονομίας θα επιβραδυνθούν. Η μείωση της ζήτησης είναι συνήθως το πρόβλημα πίσω από την επιβράδυνση της ανάπτυξης. Καθώς οι πωλήσεις μειώνονται, οι επιχειρήσεις σταματούν να επεκτείνονται. Λίγο αργότερα σταματούν να προσλαμβάνουν. Η ύφεση βρίσκεται σε εξέλιξη.

Οι υφέσεις επηρεάζουν όλους. Μια ύφεση μπροεί να είναι καταστροφική. Δημιουργεί ευρεία ανεργία. Οι αγορές πέφτουν. Οι επιχειρήσεις μπορεί να χρεοκοπήσουν. Σε περιόδους ύφεσης, πολλοί χάνουν τα σπίτια τους μη αντέχοντας τις αποπληρωμές δανείων. Οι νέοι δεν μπορούν να βρούν δουλειά. 

Ένα παράδειγμα είναι η ύφεση που ξεκίνησε τον Δεκέμβριο του 2007 και έληξε τον Ιούνιο του 2009. Το ΑΕΠ μειώθηκε το 1ο, 3ο και 4ο τρίμηνο του 2008 και το 1ο τρίμηνο του 2009. Όταν ξεκίνησε η ύφεση, το ΑΕΠ υποχώρησε κατά 2,3%. Χάθηκαν χιλιάδες θέσεις εργασίας. Η ζήτηση για στέγαση επιβραδύνθηκε. Ήταν η χειρότερη ύφεση από το Κραχ του 1929 διάρκειας 18 μηνών, με 5 τρίμηνα οικονομικής συρρίκνωσης, 4 από τα οποία ήταν διαδοχικά. Μια ύφεση μπορεί να γίνει Κραχ εάν διαρκέσει πολύ (αρκετά χρόνια). Η ανεργία αυξήθηκε στο10,8% τον Οκτώβριο του 2009. Κατά τη διάρκεια του Κραχ (1929-1939), η ανεργία έφτασε το 25,6% το 1933.

Ένα πλεονέκτημα μιας ύφεσης είναι ότι «θεραπεύει» τον πληθωρισμό. Οι Κεντρικές Τράπεζες ισορροπούν μεταξύ της επιβράδυνσης της οικονομίας αρκετά, ώστε να αποτρέψουν τον πληθωρισμό χωρίς να προκαλέσουν ύφεση. Συνήθως το κάνουν χωρίς τη βοήθεια της δημοσιονομικής πολιτικής. Οι πολιτικοί που ελέγχουν τον προϋπολογισμό, προσπαθούν να τονώσουν την οικονομία μέσω της μείωσης των φόρων, των δαπανών για κοινωνικά προγράμματα και αγνοώντας το έλλειμμα του προϋπολογισμού.