Η παγκόσμια καραντίνα λόγω του COVID-19 θα μπορούσε να ειδωθεί ως ένα άνευ προηγουμένου ψυχολογικό πείραμα, με ανυπολόγιστες ψυχικές επιπτώσεις που σίγουρα θα αφορούν τελικά και την οικονομία. Στη Γαλλία τη δεκαετία του ‘90 υιοθετήθηκε μια νεωτεριστική προσέγγιση για την αντιμετώπιση των επιπτώσεων των τρομοκρατικών χτυπημάτων και των φυσικών καταστροφών. Εκτός από τα νοσοκομεία και τις ιατρικές προτεραιότητες, δημιουργήθηκε και μια μονάδα ψυχολογικής υποστήριξης, από την οποία τα θύματα, αλλά και οι μάρτυρες που δεν είχαν υποστεί σωματικές βλάβες, μπορούσαν να υποστηριχθούν ψυχολογικά και να ελεγχθούν για συμπτώματα που θα απαιτούσαν περαιτέρω θεραπεία. Από τότε, η διεθνής ανταπόκριση στις καταστροφές περιλαμβάνει συχνά αυτή τη διττή στρατηγική: μία για εκείνους που υπέστησαν ορατές πληγές και μία για τα αόρατα, ψυχολογικά τραύματα.

Για την αντιμετώπιση του κορωνοϊού έχει κινητοποιηθεί όλος ο ιατρικός και νοσηλευτικός μηχανισμός. Ωστόσο, καθυστερεί η ανάπτυξη του δεύτερου βραχίονα. Αν δεν παρασχεθεί η απαραίτητη ψυχολογική στήριξη, θα καταλήξουμε να πληρώνουμε υψηλό τίμημα μετά τη λήξη αυτού του πρωτόγνωρου lockdown –δηλαδή όταν θα πρέπει να είμαστε υγιείς για να ανακάμψει η οικονομία.

Υπολογίζεται ότι 3 δισεκατομμύρια άνθρωποι βρίσκονται σε κάποια μορφή καραντίνας. Από αυτό το μεγάλο ψυχολογικό πείραμα έχουμε δυστυχώς ήδη μια εικόνα των αποτελεσμάτων του. Στο τέλος Φεβρουαρίου του 2020, λίγο πριν τα ευρωπαϊκά κράτη εφαρμόσουν διάφορες εκδοχές του lockdown, το ιατρικό περιοδικό Lancet δημοσίευσε μια ανάλυση των ψυχολογικών επιπτώσεων της καραντίνας. Τα ευρήματα δεν εκπλήσσουν. Εν συντομία, τα άτομα που τίθενται σε καραντίνα πιθανότατα θα εμφανίσουν μια πλειάδα συμπτωμάτων στρες και αγχωδών διαταραχών, συμπεριλαμβανομένης της κακής διάθεσης, της αϋπνίας, του άγχους, της επιθετικότητας, του θυμού, της ευερεθιστότητας, της συναισθηματικής εξάντλησης, της κατάθλιψης αλλά και του μετατραυματικού στρες. Στην Κίνα ήδη καταγράφονται τέτοιες επιπτώσεις στην ψυχική υγεία των πολιτών.

Σε περιπτώσεις όπου οι γονείς βρίσκονται σε καραντίνα με τα παιδιά τους, οι συνέπειες είναι ακόμη δυσμενέστερες. Σε μια μελέτη, 28% των γονιών σε καραντίνα διαγνώστηκαν με «μετατραυματική διαταραχή ψυχικής υγείας». Σε παλαιότερη μελέτη σε επαγγελματίες υγείας αναφέρεται ότι το 10% παρουσίασε «έντονα συμπτώματα κατάθλιψης» ακόμα και τρία χρόνια μετά τη λήξη της καραντίνας. Άλλη έρευνα, η οποία κατέγραφε τις μακροπρόθεσμες επιπτώσεις της πανδημίας του SARS σε επαγγελματίες υγείας, αναφέρει μακροπρόθεσμο κίνδυνο αλκοολισμού, αυτοσυνταγογράφησης και συμπεριφοράς «αποφυγής». Συνεπώς, ακόμη και χρόνια μετά την καραντίνα, ορισμένοι επαγγελματίες υγείας εξακολουθούν να αποφεύγουν την επαφή με τους ασθενείς.

Υπάρχουν πολλές πηγές στρες σε μια καραντίνα: ο κίνδυνος μόλυνσης, ο φόβος για το ενδεχόμενο νόσησης ή απώλειας αγαπημένων προσώπων, όπως επίσης και η προοπτική οικονομικών δυσχερειών. Όλες τους, αλλά και πολλές ακόμη, είναι παρούσες στην πανδημία του COVID-19.

Ήδη υπάρχουν σημεία αποφυγής στις χώρες που εφαρμόζεται lockdown. Οι άνθρωποι φοβούνται να πάνε στη δουλειά λόγω του φόβου της λοίμωξης, ενώ αναμένεται να υπάρξει νέα κορύφωση αυτής της τάσης, δηλαδή τη στιγμή που θα απαιτείται η συμβολή όλων προκειμένου η οικονομία να ανακάμψει.

Λίγο πριν το lockdown το Παγκόσμιο Οικονομικό Φόρουμ εκπόνησε μια έρευνα στον βελγικό πληθυσμό, όπου φάνηκε ότι το 32% θα μπορούσε να κατηγοριοποιηθεί ως «υψηλά ανθεκτικό», ενώ το 15% παρουσίαζε αυξημένα επίπεδα στρες. Τα άτομα της δεύτερης ομάδας είναι πιθανότερο να απουσιάσουν από την εργασία τους, ενώ ακόμη και αν επιστρέψουν στη θέση τους αναμένεται να είναι έως και 35% λιγότερο παραγωγικοί.

Oι ευπαθείς ομάδες για εμφάνιση μακροπρόθεσμων προβλημάτων ψυχικής υγείας είναι το ιατρικό προσωπικό της πρώτης γραμμής, νέοι κάτω των 30 ετών, τα παιδιά, οι ηλικιωμένοι και εκείνοι που ζουν σε συνθήκες επισφάλειας, εξαιτίας φτώχειας, αναπηρίας ή ψυχιατρικού  υποστρώματος.

Τα ευρήματα είναι αναμενόμενα, καθώς εναρμονίζονται με τις μακροχρόνιες επιπτώσεις των φυσικών καταστροφών, όπως τις γνωρίζουμε εδώ και δεκαετίες από την ψυχολογία του τραύματος. Όμως η κλίμακα της κατάστασης που βιώνουμε είναι πρωτοφανής. Αυτή τη φορά, η καραντίνα δεν αφορά ένα χωριό, μια πόλη ή μια επαρχία. Τεράστιο ποσοστό του παγκόσμιου πληθυσμού είναι αντιμέτωπο με ισχυρούς στρεσογόνους παράγοντες.

Γι’ αυτό είναι ιδιαίτερα σημαντική η ταυτόχρονη αντιμετώπιση των σωματικών και των ψυχολογικών επιπτώσεων της καραντίνας.