Οι επενδυτές είναι άνθρωποι και συχνά πέφτουν σε ψυχολογικές παγίδες όπως η «απέχθεια της απώλειας» και η «τάση ρευστοποίησης». Η απέχθεια της απώλειας (“loss aversion”) μπορεί να είναι έντονη, καθώς αναγκάζει τους ανθρώπους να ελαχιστοποιούν τα επίπεδα ανοχής στον κίνδυνο, συμπιέζοντας τελικά την θετική απόδοση του χαρτοφυλακίου. Αυτή η συμπεριφορά αποδίδεται στο ψυχολογικό δεδομένο ότι οι απώλειες έχουν μεγαλύτερο συναισθηματικό αντίκτυπο από ό,τι τα κέρδη, οδηγώντας στην αποφυγή επένδυσης και στην εγκατάλειψη του αρχικού οικονομικού πλάνου. Η επίμονη αυτή νοοτροπία προέρχεται από την βασική ιδέα της ανεπάρκειας, της σπανιότητας και της έλλειψης(“scarcity”). Τις συνέπειές της τις αποφεύγουμε έχοντας ένα συγκροτημένο σχέδιο, με το οποίο θα εστιάζουμε την προσοχή μας στην γονιμότητα της επένδυσης, χωρίς στείρα και μονοσήμαντη συμπεριφορά αποφυγής απωλειών. 

Οι έμπειροι επενδυτές είναι εξοικειωμένοι με την τάση ρευστοποίησης (“disposition effect”).Έτσι περιγράφεται η τακτική κάποιων επενδυτών να πωλούν μετοχές των οποίων η τιμή έχει αυξηθεί παρά το γεγονός ότι εάν τις κρατούσαν θα είχαν ακόμη υψηλότερα κέρδη. Αυτό συμβαίνει όταν ένα άτομο προτιμά να αποκομίσει τα βραχυπρόθεσμα κέρδη ενός χαρτοφυλακίου, αποδεχόμενος όμως παράλληλα να ενσωματώσει τις «απώλειες» από το γεγονός ότι δεν θα μετέχει στη μελλοντική κερδοφορία. Για να αποφύγετε αυτή τη συμπεριφορά, βεβαιωθείτε ότι έχετε μια ανοχή κινδύνου και αν χάνετε ή έχετε προβλήματα με το επενδυτικό πλάνο, δεσμευθείτε έως ένα προκαθορισμένο επίπεδο, μετά από το οποίο θα αποσυρθείτε.

Σε έναν ταχέως μεταβαλλόμενο κόσμο, η ασφάλεια και η διαβεβαίωση είναι σημαντικές και βασικές ανθρώπινες ανάγκες. Αυτές αντανακλώνται στον τρόπο με τον οποίο οι ιδιώτες επενδυτές προσεγγίζουν τη χρηματιστηριακή αγορά, ειδικά σε ασταθείς περιόδους ή σε αδύναμες φάσεις της αγοράς, όταν πολλοί επενδυτές κλίνουν προς «κλείδωμα» κερδών. Η απλούστερη μέθοδος για να γίνει αυτό είναι μέσω της πώλησης μετοχών και ομολόγων που είναι στο συν, ακόμη και αν τα κέρδη είναι αμελητέα. Ως αποτέλεσμα, τα μικρά κέρδη πραγματοποιούνται πολύ νωρίς. Όπως με τα κέρδη από λαχεία ή από τα καζίνο, η απελευθέρωση ντοπαμίνης στον εγκέφαλο εκλύει συναισθήματα ευτυχίας. Με τον ίδιο τρόπο, οι επενδυτές αισθάνονται ότι έχουν κάνει τα πάντα σωστά με ασφάλεια, αφού τα επενδεδυμένα χρήματα είναι πλέον «ασφαλώς» αποθηκευμένα στον τρέχοντα λογαριασμό τους. Φυσικά, παραβλέπουν το γεγονός ότι πρέπει να επανεπενδύσουν αυτά τα κεφάλαια που παράγουν εισόδημα και ότι κάθε αίσθηση ασφάλειας που έχουν είναι προσωρινή.

Οι επενδυτές θα πρέπει να γνωρίζουν αυτές τις επιπτώσεις και να διατηρούν όλες τις τρέχουσες θετικές θέσεις έως ότου επιτευχθεί η τιμή-στόχος που είχε αρχικά καθοριστεί («εύλογη αξία» -“fair value”). Φυσικά, αυτό ισχύει μόνο εφόσον η αξιολόγηση του αντίστοιχου τίτλου δεν έχει μεταβληθεί επί το αρνητικότερο. Επίσης, οι συχνές ανακατανομές εντός του χαρτοφυλακίου δεν αποτελούν σε καμία περίπτωση συνιστώμενη επενδυτική τεχνική, ακόμη και αν υπάρχουν αντίθετες προτάσεις από συμβουλευτικές εταιρείες ή εταιρείες διαχείρισης περιουσιακών στοιχείων. 

Ο κίνδυνος με τα μικρά κέρδη είναι ο πειρασμός για γρήγορη ρευστοποίηση. Από την άλλη πλευρά, οι λιγότερο γόνιμες επενδύσεις κρατιούνται συχνά για υπερβολικά μεγάλο χρονικό διάστημα, γεγονός που μπορεί να οδηγήσει σε τεράστιες απώλειες. Και οι δύο συμπεριφορές είναι καθαρά θέματα ψυχολογίας. Η απόσυρση από μια άγονη επένδυση («αποεπένδυση») εκλαμβάνεται από πολλούς ως ήττα, η οποία αναγνωρίζεται μόνο όταν συνειδητοποιηθούν οι απώλειες και πλέον χαθεί κάθε ευκαιρία ανάκαμψης. Οι στρατηγοί και οι επενδυτές είναι επιρρεπείς στην άποψη “η μάχη δεν χάνεται μέχρι να παραδοθώ”, γεγονός που συχνά οδηγεί σε περαιτέρω μεγάλες απώλειες.