Τα κρυπτονομίσματα είναι μία peertopeer αποκεντρωμένη ηλεκτρονική μορφή χρήματος, η οποία βασίζεται στις αρχές της κρυπτογράφησης για τη διασφάλιση του δικτύου και την επαλήθευση των συναλλαγών.

Τα περισσότερα κρυπτονομίσματα κάνουν χρήση μιας Κατανεμημένης Βάσης Δεδομένων ως πυλώνα του συστήματός τους, το επονομαζόμενο Blockchain. Το blockchain είναι δημόσιος κατάλογος όλων των συναλλαγών κρυπτογράφησης που έχουν ποτέ εκτελεστεί. Αυξάνεται συνεχώς, καθώς τα μπλοκ “συμπληρώνονται” με την προσθήκη νέων εγγραφών σε μια γραμμική, χρονολογική σειρά. Κάθε κόμβος (υπολογιστής συνδεδεμένος στο δίκτυο χρησιμοποιώντας έναν πελάτη που εκτελεί το καθήκον επικύρωσης και αναμετάδοσης συναλλαγών) λαμβάνει ένα αντίγραφο του blockchain, το οποίο παρέχεται αυτόματα μετά την ένταξή του στο δίκτυο.

Η αλυσίδα κοινοποιήσεων έχει πλήρη στοιχεία σχετικά με τις διευθύνσεις. Η μέθοδος απαιτεί την ύπαρξη αρκετών ανθρώπων ανεξάρτητους από τρίτους. Ο ελάχιστος απαιτούμενος αριθμός μιας τέτοιας ομάδας είναι τρεις. Ο έλεγχος των κεντρικών βάσεων δεδομένων γίνεται από τους ιδιοκτήτες τους, συμπεριλαμβανομένης της διαχείρισης των ενημερώσεων και της προστασίας από κυβερνοαπειλές. Στην τεχνολογία blockchain, η κρυπτογραφία ιδιωτικού κλειδιού παρέχει ένα ισχυρό εργαλείο ιδιοκτησίας που πληροί τις απαιτήσεις πιστοποίησης.  

Τα κρυπτονομίσματα δίχασαν τα χρηματοπιστωτικά ιδρύματα αλλά και την κοινότητα των οικονομολόγων, απέκτησαν οπαδούς και εχθρούς, εγκωμιάστηκαν από ειδικούς των νέων τεχνολογιών και των επενδύσεων, προσείλκυσαν επενδυτές και κερδοσκόπους και εξακολουθούν να απασχολούν διεθνώς. Για ορισμένους είναι το αδιαμφισβήτητο μέλλον του χρήματος, ενώ για άλλους αποτελούν μεγάλη απειλή για το χρηματοπιστωτικό σύστημα και  σκοτεινό είδος επένδυσης. Εδώ συμπεριλαμβάνονται τα stablecoins, μια υπο-κατηγορία κρυπτονομισμάτων που προσφέρουν έναν συνδυασμό από τα πλεονεκτήματα των συμβατικών και των ψηφιακών νομισμάτων. Τα stablecoins είναι συνδεδεμένα με νομίσματα όπως το δολλάριο και το ευρώ και θεωρητικά μειώνεται η πιθανότητα μεγάλων διακυμάνσεων στην ισοτιμία τους.

Σήμερα, μετά από πολλές διακυμάνσεις, το σημαντικότερο των κρυπτονομισμάτων, το bitcoin, εξακολουθεί να έχει τετραψήφια αξία. Δεν ισχύει, όμως, κάτι ανάλογο συνολικά για τα κρυπτονομίσματα, κανένα από τα οποία δεν έχει πλήρως διεισδύσει στην οικονομία (ethereum, ripple, dash, litecoin, augur, monero, κ.λπ.). Περίπου 20 χρόνια μετά την αρχική σύλληψη των ψηφιακών νομισμάτων και 10 χρόνια μετά τη γέννηση του bitcoin, λίγες επιχειρήσεις δέχονται πληρωμές σε κρυπτονομίσματα και οι χρηματοπιστωτικές συναλλαγές εκτελούνται ακόμη συμβατικά. Όμως, πολλές μεγάλες τράπεζες έχουν ανακοινώσει ότι μελετούν την έκδοση δικού τους κρυπτονομίσματος και μεγάλες εταιρείες όπως η ελβετική Verway πρόκειται να θέσει σε κυκλοφορία το δικό της πολλά υποσχόμενο κρυπτονόμισμα –το UCA coin– στις αρχές του 2020.

Ομάδα εργασίας των επτά μεγαλύτερων οικονομιών του κόσμου (G7), στην οποία συμμετείχαν στελέχη κεντρικών τραπεζών και του ΔΝΤ, είχε εκδώσει έκθεση στην οποία προειδοποιούσε για σειρά κινδύνων που εγκυμονούν τα κρυπτονομίσματα. Τόνιζε μάλιστα ότι κανένα σχέδιο ψηφιακού νομίσματος δεν πρέπει να υλοποιηθεί «προτού αντιμετωπισθούν επαρκώς τα νομικά, ρυθμιστικά και εποπτικά θέματα». Ενδεχομένως είναι πρόωρο το όραμα ενός κόσμου στον οποίο οι συναλλαγές θα γίνονται ερήμην των τραπεζών με κρυπτογραφημένες αξίες.

Στα τέλη του 2017 τα κρυπτονομίσματα γνώριζαν μια άνευ προηγουμένου επιτυχία και ανάλογη δημοσιότητα. Το σημαντικότερο όλων, το bitcoin, είχε εκτιναχθεί σε ιλιγγιώδη ύψη,όταν πλησίασε την αδιανόητη ισοτιμία των ~20.000 δολλαρίων. Η ιλιγγιώδης αυτή άνοδος είχε προκαλέσει συναγερμό μεταξύ οικονομολόγων και κεντρικών τραπεζών, που προειδοποιούσαν όσους έσπευσαν να τα θεωρήσουν σίγουρη πηγή πλουτισμού, ότι επρόκειτο για νέα φούσκα. Ακολούθησε η ραγδαία υποχώρηση του bitcoin το 2018, την οποία πολλοί εξέλαβαν ως επαλήθευση των δυσοίωνων προβλέψεων, αλλά και η ανάκαμψή του που έπεισε τους οπαδούς του ότι τίποτε δεν θα το λυγίσει.

Τα κρυπτονομίσματα δεν πρόκειται να παραμείνουν αδιαφανή και ανεξέλεγκτα. Η προοπτική τους είναι θετική μόνο εφόσον υπόκεινται σε ρύθμιση και ελέγχους από κεντρική αρχή.