Οι περισσότεροι έχουν συνδέσει τη διαμεσολάβηση με τις δικαστικές διαμάχες, αλλά στην πραγματικότητα μπορεί να πραγματοποιηθεί με μικρές διαφοροποιήσεις σε κάθε πλαίσιο αλληλεπίδρασης ανθρώπων, όπως το σχολικό περιβάλλον, μεταξύ συντρόφων ή μελών οικογένειας, στο εργασιακό ή θεραπευτικό πλαίσιο κ.ο.κ. Η διαμεσολάβηση σαν διαδικασία μπορεί επομένως να χρησιμοποιηθεί οπουδήποτε υπάρχει έντονη διαφωνία. Είναι στην ουσία μια παρέμβαση με στόχο την επίλυση προβλημάτων και στοχεύει στην εύρεση κοινώς αποδεκτών εναλλακτικών, όταν προκύπτουν συγκρούσεις. Κατά τη διαδικασία της διαμεσολάβησης οι εμπλεκόμενοι συναντώνται με ένα αμοιβαία αποδεκτό, αμερόληπτο και ουδέτερο πρόσωπο το οποίο λειτουργεί σαν ενδιάμεσος κρίκος. Η διαμεσολάβηση είναι μια εμπιστευτική διαδικασία, αλλά δεν είναι δεσμευτική, επομένως η συνέχισή της εξαρτάται από την αποδοχή της από τα ενδιαφερόμενα πρόσωπα. Αντίστοιχα δεν οδηγεί σε δεσμευτικές αποφάσεις και δεν έχει χαρακτήρα επιβολής. Ο ρόλος του διαμεσολαβητή είναι πρωτίστως να βοηθήσει τα άτομα να βρουν κοινό έδαφος και να καταλήξουν στη δική τους απόφαση για τη διευθέτηση της όποιας διαφοράς και όχι να λάβει αποφάσεις εξ ονόματος αυτών.

Οι διαμεσολαβητές χρησιμοποιούν διάφορες τεχνικές, ανάλογα με την κύρια προσέγγιση τους, την προτίμηση των εμπλεκόμενων και τη φύση της διαφοράς. Τα τρία βασικά στυλ διαμεσολάβησης που συνήθως χρησιμοποιούνται είναι το αξιολογικό, το διευκολυντικό και το μετασχηματιστικό και καθένα έχει τη χρησιμότητά του. Οι περισσότεροι διαμεσολαβητές στην πράξη χρησιμοποιούν έναν συνδυασμό αυτών των στυλ, ανάλογα με την υπόθεση και τα μέρη της διαμεσολάβησης. 

Αξιολογική διαμεσολάβηση:

Χρησιμοποιείται κυρίως στη διαμεσολάβηση που επιβάλλεται ή παραπέμπεται από τις δικαστικές αρχές. Τείνει να χαρακτηρίζεται ως πιο πρακτικό στυλ, καθώς η κύρια εστίασή του είναι η προετοιμασία μιας τελικής συμφωνίας. Σαν διαδικασία διευκολύνει τα μέρη να αντιληφθούν πώς μπορεί να ακουστεί η θέση τους σε ένα δικαστήριο. Σε αυτόν τον τύπο διαμεσολάβησης είναι πιο πιθανό οι διαμεσολαβητές να διατυπώσουν συστάσεις ή προτάσεις και να εκφράσουν πιο αντικειμενικές απόψεις στους συμμετέχοντες. Συνήθως η έμφαση είναι στην αξιολόγηση των νομικών πλεονεκτημάτων της θέσης του κάθε εμπλεκόμενου. Ο διαμεσολαβητής παρέχει άμεση ανατροφοδότηση με γνώμονα τη βάση δικαίου και όχι τα υποκείμενα συμφέροντα των εμπλεκόμενων μερών. Συνήθως πραγματοποιούνται χωριστές συναντήσεις με τα εμπλεκόμενα μέρη ή/και με τους νομικούς τους εκπροσώπους όπου συζητώνται οι αδυναμίες των επιχειρημάτων τους και παρέχεται ουσιαστική ή νομική εμπειρογνωμοσύνη σε σχέση με τη διαφωνία. Οι αξιολογητικοί διαμεσολαβητές είναι ιδιαίτερα χρήσιμοι, όταν υπάρχει περιορισμένος χρόνος και το πρόβλημα είναι σχετικά συγκεκριμένο. Η πρόκληση αυτού του τύπου διαμεσολάβησης έχει να κάνει κυρίως με την αμεροληψία του διαμεσολαβητή. 

Διευκολυντική διαμεσολάβηση:

Η διευκολυντική ή παραδοσιακή διαμεσολάβηση είναι γενικά η απλούστερη μορφή διαμεσολάβησης. Σε αυτό το στυλ ο διαμεσολαβητής είναι υπεύθυνος για τη διαδικασία, ενώ τα μέρη είναι υπεύθυνα για το αποτέλεσμα. Είναι συνήθως πιο οικεία σαν διαδικασία καθώς στοχεύει στον άμεσο συμβιβασμό. Ο διαμεσολαβητής ενθαρρύνει τους εμπλεκόμενους να καταλήξουν στη δική τους εθελοντική λύση διερευνώντας ο ένας τα βαθύτερα συμφέροντα του άλλου, δεν κάνει συστάσεις, δεν δίνει συμβουλές, δεν εκφράζει τη γνώμη του σχετικά με την έκβαση της υπόθεσης, ούτε προβλέπει τι θα μπορούσε δυνητικά να αποφανθεί το δικαστήριο. Αντίθετα, επαναδιατυπώνει τα συμφέροντα και τις θέσεις της κάθε πλευράς με τρόπο κατανοητό, κάνει ερωτήσεις, εξομαλύνει τις προοπτικές και επικυρώνει τις απόψεις και των δύο μερών. Όσοι επιλέγουν αυτό το στυλ πραγματοποιούν κατά κύριο λόγο κοινές συναντήσεις, ώστε οι εμπλεκόμενοι να μπορούν να ακούσουν ο ένας τις απόψεις του άλλου.  

Μετασχηματιστική διαμεσολάβηση:

Η μετασχηματιστική διαμεσολάβηση είναι το πιο περίπλοκο στυλ διαμεσολάβησης, καθώς τα μέρη διαμορφώνουν τόσο τη διαδικασία όσο και το αποτέλεσμά της. Η θεμελιώδης διαφορά μεταξύ της μετασχηματιστικής προσέγγισης και των άλλων είναι ότι αναγνωρίζει τη σχεσιακή φύση κάθε σύγκρουσης. Σαν διαδικασία επικεντρώνεται στην επίτευξη λύσης μέσω της βελτίωσης της επικοινωνίας των συμμετεχόντων και ξεκινά συχνά με τον διαμεσολαβητή να παρατηρεί τα μέρη καθώς διαφωνούν ή συζητούν τα αιτήματά τους. Βασίζεται στο γεγονός ότι η σύγκρουση είναι μια κρίση στην αλληλεπίδραση μεταξύ των μερών που χαρακτηρίζεται από μειωμένη αίσθηση ελέγχου και μειωμένη ικανότητα κατανόησης του άλλου. Για τη μετασχηματιστική διαμεσολάβηση, είναι κρίσιμο οι εμπλεκόμενοι να συμφωνήσουν ότι η δυναμική της σχέσης είναι αυτή που αποτελεί το εμπόδιο για την επίλυση. Οι μετασχηματιστικοί διαμεσολαβητές επιδιώκουν δηλαδή να μετασχηματίσουν τη σχέση (όπως παρουσιάζεται εκείνη τη στιγμή) με βασικό μέλημα την παρέμβαση στο στυλ επικοινωνίας ή τις ανισορροπίες ισχύος, καθοδηγώντας και τις δύο πλευρές σε ισότιμους όρους ανταγωνισμού. Είναι πιο αποτελεσματική όταν η διαφωνία διατηρείται λόγω δυναμικών εξουσίας, έλλειψης ορίων ή απόστασης σε επίπεδο γνώσης σημαντικών πληροφοριών που αναγνωρίζουν και τα δύο μέρη. Η μετασχηματιστική διαμεσολάβηση παρόλο που συχνά προάγει την έκφραση των συναισθημάτων, δεν αποτελεί θεραπεία και ως εκ τούτου επικεντρώνεται στη διαχείριση του υπό συζήτηση θέματος σε ένα ελεγχόμενο περιβάλλον με συγκεκριμένο στόχο. Ο διαμεσολαβητής δεν εκπαιδεύει σε δεξιότητες αλλά παρακολουθεί τη συζήτηση των συμμετεχόντων για να τους βοηθήσει να αποσαφηνίσουν τις σκέψεις, τα συναισθήματα και τις επιλογές τους.

Διάβασε ακόμα:

Οι πρωινοί τύποι παρουσιάζουν υψηλότερη λεκτική νοημοσύνη

Τι μπορεί να μάθει ένας νέος γονέας για τη ζωή του

Η αύξηση του παγκόσμιου πληθυσμού