Η ύφεση είναι μια σημαντική οικονομική πτώση που διαρκεί για τουλάχιστον δύο συνεχόμενα τρίμηνα. Η ύφεση έχει ως αποτέλεσμα τη μείωση του ΑΕΠ μιας χώρας, τη μείωση των καταναλωτικών δαπανών και την αύξηση του ποσοστού ανεργίας. Οι υφέσεις θεωρούνται διορθωτικές φάσεις και μέρος του κανονικού οικονομικού κύκλου. Ο τυπικός ορισμός της ύφεσης είναι μια σημαντική, αλλά προσωρινή, οικονομική πτώση που διαρκεί μήνες ή και χρόνια. Οι περισσότεροι ειδικοί συμφωνούν ότι μια οικονομική πτώση μπορεί να ονομαστεί ύφεση μόνο μετά από τουλάχιστον δύο συνεχόμενα τρίμηνα μειωμένης οικονομικής δραστηριότητας. Αν και μια ύφεση συνήθως είναι σύντομη (διαρκεί μόνο μερικούς μήνες), εν τούτοις απαιτούνται τελικά μερικά χρόνια προτού η οικονομία φτάσει στα προ της ύφεσης επίπεδά της.

Ως επί το πλείστον, η ύφεση θεωρείται ως μια φυσιολογική φάση στον οικονομικό κύκλο μιας χώρας. Συνήθως, λειτουργεί ως ένα είδος διορθωτικής περιόδου, μετά από φάσεις αυξημένου πληθωρισμού και μη βιώσιμης ανάπτυξης. Ωστόσο, τα αποτελέσματα μιας ύφεσης μπορεί να είναι καταστροφικά: σημαντική μείωση του ΑΕΠ μιας χώρας, μείωση της καταναλωτικής ζήτησης και των καταναλωτικών δαπανών και αυξημένο ποσοστό ανεργίας. Μερικοί βλέπουν ακόμη και την ύφεση ως αυτοεκπληρούμενη, στα πλαίσια ενός φαύλου κύκλου που επιδεινώνει την ύφεση, όπου όταν οι καταναλωτές διαισθάνονται μια επερχόμενη ύφεση ξοδεύουν συνήθως λιγότερα. Αυτή η μειωμένη ζήτηση οδηγεί σε αποχώρηση εργαζομένων, γεγονός που οδηγεί σε ακόμη λιγότερες καταναλωτικές δαπάνες από τους πρόσφατα ανέργους κ.λ.π.

Η ύφεση (recession) δεν πρέπει να συγχέεται με την στασιμότητα (stagnation) ή το κραχ (depression). Αν και η στασιμότητα είναι επίσης μια περίοδος μικρής έως ελάχιστης οικονομικής ανάπτυξης, δεν είναι τόσο σοβαρή όσο μια ύφεση. Το κραχ, από την άλλη πλευρά, είναι η πιο σοβαρή κατάσταση: η μείωση του ΑΕΠ είναι πολύ πιο απότομη, η ανεργία και η απώλεια θέσεων εργασίας είναι πολύ υψηλότερες και η περίοδος διαρκεί χρόνια και όχι απλώς μήνες.

Μια ύφεση μπορεί να είναι το αποτέλεσμα μιας ποικιλίας οικονομικών και ψυχολογικών καθοριστικών παραγόντων. Συνήθως μια ύφεση επέρχεται, όταν υπάρχει σημαντική πτώση στις καταναλωτικές δαπάνες, όπως κατά τη διάρκεια μιας πληθωριστικής περιόδου, ένα σοκ στην αλυσίδα εφοδιασμού, όταν μια οικονομική φούσκα σκάει ή κατά τη διάρκεια άλλων οικονομικών κρίσεων. Δεδομένου ότι οι υφέσεις λειτουργούν ισοπεδωτικά, συχνά ακολουθούν περιόδους κατά τις οποίες οι τιμές καταναλωτή και η καταναλωτική ζήτηση είχαν εκτιναχθεί σε ανεξέλεγκτα ύψη. Η Μεγάλη Ύφεση το 2008, για παράδειγμα, ξεκίνησε εν μέρει επειδή έσκασε η υπερτιμημένη φούσκα των ακινήτων.

Το ερώτημα είναι αν μπορεί να προβλεφθεί μια ύφεση. Αν και υπάρχουν καθοριστικοί παράγοντες που οδηγούν σε ύφεση, η πρόβλεψη του πότε μπορεί να προκύψει μια ύφεση δεν είναι ακριβής επιστήμη αλλά υπάρχουν ορισμένες βασικές παράμετροι. Μία είναι η ανεστραμμένη καμπύλη αποδόσεων, όπου οι μακροπρόθεσμες αποδόσεις είναι χαμηλότερες από τις βραχυπρόθεσμες. Οι οικονομολόγοι αξιολογούν επίσης μια ποικιλία δεικτών, όπως ο δείκτης ISM Purchasing Managers Index και ο Conference Board Leading Economic Index, για να προβλέψουν τη μελλοντική οικονομική δραστηριότητα.

Ο χειρισμός μιας ύφεσης είναι δύσκολος. Οι περισσότερες κυβερνήσεις εφαρμόζουν αυτόματες πρακτικές με σκοπό την σταθεροποίηση της οικονομίας. Αυτό περιλαμβάνει αυξημένη ασφάλιση ανεργίας και δραστικές περικοπές στα επιτόκια. Για τους επενδυτές, οι ειδικοί συνιστούν να παραμείνουν ανθεκτικοί. Ο χρόνος πριν από μια ύφεση μπορεί να είναι μια καλή στιγμή επανεκτίμησης των επενδύσεων και εξισορρόπησης των χαρτοφυλακίων. Οι ειδικοί συνιστούν επίσης τη διατήρηση ενός ταμείου έκτακτης ανάγκης και απλώς υπομονή έως ότου ξεπερασθεί η ύφεση. Ευτυχώς, οι υφέσεις δεν διαρκούν πολύ και συνήθως ακολουθούνται από περιόδους σημαντικής οικονομικής ανάπτυξης.

Διάβασε ακόμα:

Μεταγνωστικές ερωτήσεις και πώς βοηθούν στην μάθηση;

Ανανέωση διάθεσης στον χώρο εργασίας

Οικονομία των υπηρεσιών