Τα τελευταία χρόνια εμφανίζεται όλο και περισσότερο η έννοια της επαγγελματικής εξουθένωσης ή αλλιώς «burnout» και απασχολεί ιδιαίτερα τους ψυχολόγους καθώς αναγνωρίζονται οι επιπτώσεις της στον επαγγελματία, στον πελάτη και γενικότερα στην θεραπεία. Αρχικά ο όρος χρησιμοποιήθηκε για να περιγράψει τη σταδιακή εξάντληση του ατόμου. Η επαγγελματική εξουθένωση είναι μια σχετική, αλλά όχι ταυτόσημη, με το άγχος ψυχολογική διαδικασία. Συνήθως το παρατεταμένο άγχος οδηγεί στην επαγγελματική εξουθένωση. Ενώ το άγχος σε ορισμένες περιπτώσεις μπορεί να αποβεί θετικό, η επαγγελματική εξουθένωση είναι πάντα αρνητική. Είναι μια μορφή άμυνας του ατόμου και εκδηλώνεται ως απάθεια, αλαζονεία και συναισθηματική αποστασιοποίηση.

Σήμερα το σύνδρομο επαγγελματικής εξουθένωσης αποτελεί ένα από τα πιο κοινά ψυχολογικά συμπτώματα που οι άνθρωποι αντιμετωπίζουν όλο και περισσότερο με βασικό χαρακτηριστικό την εξάντληση, δηλαδή το αποτέλεσμα χρόνιας εργασιακής πίεσης. Οι περιγραφές του συνδρόμου επαγγελματικής εξουθένωσης έχουν απασχολήσει κατά καιρούς την ακαδημαϊκή κοινότητα, σε διαφορετικούς χρόνους και πολιτισμούς. Τα βασικά στοιχεία του ορισμού του «burnout» περιγράφουν εμπειρίες αποτυχίας, φθοράς ή εξάντλησης των ατόμων, οι οποίοι έχουν υπερβολικές απαιτήσεις για ενέργεια, δύναμη ή πόρους. Η εξάντληση αποτελεί ουσιαστικά την εμπειρία, όπου τα άτομα γίνονται κυνικά προς την αξία της κατοχής τους και αμφιβάλλουν για την ικανότητά τους να εκτελούν.

Το σύνδρομο της επαγγελματικής εξουθένωσης αποτελείται από τρεις διαστάσεις: συναισθηματική εξάντληση, αποπροσωποποίηση και μειωμένο αίσθημα προσωπικής επίτευξης. Η συναισθηματική εξάντληση αναφέρεται στη μείωση των συναισθημάτων του ανθρώπου έτσι ώστε να μην μπορεί να προσφέρει συναισθηματικά στους αποδέκτες των υπηρεσιών του. Κοινό σύμπτωμα είναι ότι το άτομο αντιμετωπίζει ως καταναγκασμό το ότι την επόμενη μέρα θα πάει στη δουλειά του. Η δεύτερη διάσταση της επαγγελματικής εξουθένωσης, η αποπροσωποποίηση, αναφέρεται στην αρνητική και κυνική αντιμετώπιση των αποδεκτών των υπηρεσιών του, οι οποίοι πολλές φορές αντιμετωπίζονται και σαν αντικείμενα. Η τρίτη διάσταση του συνδρόμου, η μειωμένη προσωπική επίτευξη, αναφέρεται στην τάση του ατόμου να κάνει αρνητική αξιολόγηση του εαυτού του, ιδίως όσον αφορά τη δουλειά του με τους αποδέκτες των υπηρεσιών του και γενικότερα να βιώνει ένα αίσθημα δυσαρέσκειας για τα αποτελέσματα της εργασίας του. Έτσι λοιπόν στην επαγγελματική εξουθένωση συνυπάρχουν τρία διαφορετικά πράγματα.

Η επαγγελματική εξουθένωση θα μπορούσε να οριστεί ως μια μορφή επαγγελματικού άγχους. Ενώ η συναισθηματική εξάντληση και η μειωμένη προσωπική επίτευξη εμφανίζονται συχνά στο άγχος, δεν ισχύει το ίδιο και για την αποπροσωποίηση, η οποία αποτελεί αποκλειστικό στοιχείο της επαγγελματικής εξουθένωσης.

Η εξάντληση είναι αποτέλεσμα παρατεταμένων διαπροσωπικών στρεσογόνων παραγόντων στην εργασία. Το σύνδρομο επαγγελματικής εξουθένωσης σχετίζεται με τη μείωση των επιδόσεων στο χώρο εργασίας  που συχνά οδηγεί σε διάφορες μορφές απόσυρσης, όπως η απουσία και η πρόθεση να αποχωρήσουν από την εργασία. Πρόκειται ουσιαστικά για την αδυναμία ή την έλλειψη πόρων του εργαζομένου να ανταποκριθεί στις απαιτήσεις που συνδέονται με τα καθήκοντα εργασίας. Έχει υποστηριχθεί, για παράδειγμα, ότι η εξάντληση δεν συνδέεται μόνο με δυσκολίες που σχετίζονται με το εργασιακό περιβάλλον, αλλά και με άλλους παράγοντες, όπως η αδυναμία μάθησης καθώς και οι περιβαλλοντικοί και προσωπικοί παράγοντες.