Ο όρος αυτοεκτίμηση σε γενικές γραμμές περιγράφει τη συνολική υποκειμενική αίσθηση ενός ατόμου για την προσωπική του αξία, αναφέρεται στην ουσία στη γνώμη που έχει κανείς για τον εαυτό του, στο πόσο δηλαδή τον εκτιμάει και τον συμπαθεί, ανεξάρτητα από τις περιστάσεις. Η αυτοεκτίμηση ξεκινάει να διαμορφώνεται από την παιδική ηλικία και με την πάροδο του χρόνου εξελίσσεται. Κατά μία έννοια φαίνεται να σταθεροποιείται κατά την ενήλικη ζωή, όπως τα διάφορα χαρακτηριστικά της προσωπικότητας, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι παραμένει αμετάβλητη. Είναι περισσότερο σαν να διαμορφώνεται ένας βασικός πυρήνας και να προκύπτει ένα εύρος διακύμανσης, επομένως στην πράξη η αίσθηση αυτοεκτίμησης διακατέχεται από μια ρευστότητα. Εξάλλου, πέρα από τη γενικότερη αίσθηση αυτοεκτίμησης, παρατηρείται διαφοροποίηση στο πώς μπορεί να αισθάνεται  κανείς για τον εαυτό του στους διαφορετικούς τομείς της ζωής του (ρόλος γονέα, ρόλος επαγγελματία, ρόλος φίλου, ρόλος συντρόφου κ.ο.κ.). Η αυτοεκτίμηση που βιώνει κανείς σε συγκεκριμένους ρόλους ή τομείς  μπορεί να έχει σημαντικό  αντίκτυπο στη συνολική αίσθηση αυτοεκτίμησης, εφόσον κρίνεται για το ίδιο το άτομο σημαντική.  

Όλοι μπορεί να αισθανθούν χαμηλή αυτοεκτίμηση ανά περιόδους και η διακύμανση στην αίσθηση της αυτοεκτίμησης μπορεί να παρατηρείται ακόμα και μέσα στην ίδια μέρα. Αυτό συμβαίνει γιατί η αίσθηση αυτοεκτίμησης  επηρεάζεται τόσο από την εσωτερική ανατροφοδότηση όσο και από την ανατροφοδότηση που διοχετεύεται από το περιβάλλον, άρα αναπόφευκτα η απόλυτη σταθερότητα δεν είναι εφικτή. Μια σχετικά σταθερή διακύμανση της αυτοεκτίμησης είναι ιδανική  για να μπορέσει κανείς να διατηρήσει ένα καλό επίπεδο ευημερίας. 

Οι άνθρωποι με σταθερά χαμηλή αίσθηση αυτοεκτίμησης βιώνουν πιο έντονα συναισθήματα δυστυχίας και μη ικανοποίησης από τον εαυτό τους. Η χαμηλή αυτοεκτίμηση μπορεί να επηρεάσει σοβαρά την ψυχική υγεία, την ποιότητα της ζωής και τις διαπροσωπικές σχέσεις. Άνθρωποι που έχουν χαμηλή αυτοεκτίμηση συνήθως δυσκολεύονται με τα κομπλιμέντα και τη θετική ανατροφοδότηση, καθώς επιβαρύνονται από τις αυξημένες προσδοκίες που πιστεύουν ότι θα φέρει η θετική αξιολόγηση. Η υψηλότερη αυτοεκτίμηση αντίθετα λειτουργεί προστατευτικά έναντι της αρνητικής κριτικής ή άλλων δυσκολιών που προκύπτουν. Ωστόσο, όταν η αυτοεκτίμηση είναι υπερβολικά υψηλή, μπορεί επίσης να δημιουργήσει δυσκολίες στις διαπροσωπικές σχέσεις, στην εργασία ή στις κοινωνικές συναναστροφές. 

Η αυτοεκτίμηση μπορεί να επηρεαστεί από γενετικούς παράγοντες, την ηλικία, την υγεία, τις σωματικές ικανότητες, την κοινωνικοοικονομική κατάσταση, τα μοτίβα σκέψεις, τις εμπειρίες ζωής κ.α. Αναπόφευκτα κάποιοι παράγοντες που συντελούν στη διατήρηση της  χαμηλής αυτοεκτίμησης δεν μπορούν να αλλάξουν, όπως οι γενετικοί παράγοντες ή οι παλιότερες εμπειρίες, αλλά υπάρχουν τρόποι να ενισχύσει κανείς την αυτοεκτίμησή του. 

Ένα πρώτο βήμα είναι η προσπάθεια αναγνώρισης των αρνητικών σκέψεων και μοτίβων σκέψης  που ενισχύουν την άσκοπη αυτοκριτική.  Η αποδοχή και αυτό-συγχώρεση σε σχέση με τα λάθη του παρελθόντος ή τις προσωπικές αποτυχίες διευκολύνουν την ανοικοδόμηση της αυτοεκτίμησης. Επιπλέον, η αναγνώριση των προσωπικών δυνάμεων και των ψυχικών αποθεμάτων, η έκφραση των προσωπικών αναγκών, η προάσπιση των προσωπικών ορίων και η προσπάθεια διατήρησης μιας θετικής προοπτικής για τη ζωή  σταδιακά ενισχύουν την αίσθηση αυτοεκτίμησης.

Διάβασε ακόμα:

Μοντέλο λήψης αποφάσεων έξι βημάτων

Ο έξυπνος Χανς. Το πιο έξυπνο άλογο του κόσμου ή όχι;

Αντιμετώπιση αργοπορημένων ασθενών