Ο όρος ghosting (από το ουσιαστικό ghost = φάντασμα) σχετίζεται με την ξαφνική διακοπή επικοινωνίας ενός ανθρώπου. Επινοήθηκε πρόσφατα και έγινε αρχικά γνωστός στον κόσμο των γνωριμιών περιγράφοντας την πρακτική τερματισμού μιας σχέσης, χωρίς προφανή προειδοποίηση ή εξήγηση, με τη ξαφνική και απροσδόκητη διακοπή κάθε επαφής και επικοινωνίας.

Το ghosting στον εργασιακό χώρο είναι παρόμοιο με το ghosting στα ραντεβού και τις ερωτικές σχέσεις. Περιγράφει όλους εκείνους του υποψηφίους που δεν προσέρχονται στις προγραμματισμένες συνεντεύξεις, τους εργαζόμενους που δεν δίνουν το παρόν ή όσους παραιτούνται χωρίς προειδοποίηση. Ο στόχος μοιάζει να είναι επίσης κοινός: στις συντροφικές σχέσεις το άτομο που διακόπτει την επικοινωνία προσπαθεί να αποφύγει τη δική του συναισθηματική δυσφορία, το να νιώσει άβολα ή να συγκρουστεί, αντίστοιχα και στην εργασία οι υποψήφιοι ή οι εργαζόμενοι αποφεύγουν τις δυνητικά δυσάρεστες συζητήσεις με τους υπεύθυνους ή τους εργοδότες τους και αντ’ αυτού σιωπούν και απομακρύνονται. Οι άνθρωποι που επιλέγουν το ghosting μπορεί να παρακινούνται από διάφορους λόγους, π.χ. κοινωνικό άγχος, εξουθένωση, απλή απροσεξία. Ο ακριβής λόγος που κάποιος μπορεί να επιλέξει να εξαφανιστεί ίσως δεν γίνει ποτέ γνωστός, ωστόσο είναι σημαντικό να του δοθεί το πλεονέκτημα της αμφιβολίας. 

Οι πιο συνηθισμένες μορφές ghosting στην εργασία παρατηρούνται κατά το στάδιο των αιτήσεων, όταν κάποιος κάνει αίτηση για μια θέση εργασίας ή προγραμματίζει μια συνέντευξη και στη συνέχεια ξαφνικά αλλάζει γνώμη, κατά την επικοινωνία σε ιστοτόπους κοινωνικής δικτύωσης για επαγγελματίες, σε κάποιο σημείο μιας ενεργής διαδικασίας πρόσληψης, και μετά την αποδοχή μιας προσφοράς εργασίας, επειδή δεν εμφανίζεται στην εργασία (φυσική παρουσία ή εικονικά).

Το φαινόμενο παρατηρείται κυρίως σε χώρες που προσφέρουν περισσότερες επιλογές απασχόλησης (χαμηλό ποσοστό ανεργίας). καθώς οι υποψήφιοι ή εργαζόμενοι έχουν πολλές ευκαιρίες να αλλάξουν θέση εργασίας ή δέχονται ταυτόχρονα πολλές προσφορές με ελάχιστες αντιληπτές αρνητικές συνέπειες. Ένας ακόμη λόγος είναι η ψηφιοποίηση της διαδικασίας αναζήτησης ανοιχτών θέσεων εργασίας και η ευκολία που προσφέρουν οι αλγόριθμοι αναζήτησης. Σε περιπτώσεις που ένας υποψήφιος έχει πολλές αιτήσεις σε εξέλιξη είναι σαφώς πιο εύκολο να αγνοήσει μία από αυτές. Επιπλέον, οι αλλαγές στη διαδικασία των προσωπικών συνεντεύξεων επίσης ενισχύουν το ghosting, καθώς σε μεγάλο ποσοστό οι συνεντεύξεις πραγματοποιούνται πλέον διαδικτυακά μειώνοντας το επίπεδο προσωπικής δέσμευσης.

Το ghosting είναι μια αντιεπαγγελματική τάση που αναδύεται μεταξύ των επαγγελματιών. Οι άνθρωποι που κάνουν ghosting σπάνια αντιλαμβάνονται τη συναισθηματική και εμπορική ζημιά που προκαλούν στον εαυτό τους και στους άλλους. Ακόμα και αν κάποιος χρειαστεί να αντιμετωπίσει αυτό το φαινόμενο ως εργοδότης ή υπεύθυνος ανθρωπίνου δυναμικού χρειάζεται να αντισταθεί στην παρόρμηση να εμπλακεί σε περαιτέρω σύγκρουση π.χ. να στείλει ένα θυμωμένο e-mail. Συχνά η πρόθεση δεν είναι κακή και υπάρχουν λογικά επιχειρήματα που εξηγούν μια συμπεριφορά ghosting και με λίγη υπομονή η όποια επικοινωνία μπορεί ενίοτε να συνεχιστεί. 

Αν και το ghosting δεν είναι ο κανόνας, μπορεί να είναι ιδιαίτερο ενοχλητικό όταν συμβεί. Σε επίπεδο πρόληψης ένα πρώτο βήμα είναι η ανάπτυξη πολιτικών και διαδικασιών που θα βοηθήσουν την εταιρεία να αποτρέψει ή/και να ανταποκριθεί σε τέτοιου είδους καταστάσεις. Για παράδειγμα ένας  καλός τρόπος για να αποφευχθεί το επαγγελματικό ghosting είναι να υπάρχει μία περισσότερο ανθρωποκεντρική προσέγγιση τόσο για τη συνέντευξη των υποψηφίων όσο και για την απόρριψή τους, όπως π.χ. η απαλλαγή από τις αυτοματοποιημένες απαντήσεις.

Διάβασε ακόμα:

Πόσο αξιόπιστα είναι τα τεστ επαγγελματικού προσανατολισμού;

Τι είναι το κλιματικό άγχος και ποιους επηρεάζει;

Συναισθηματική λήψη αποφάσεων