Η εφαρμογή ενός σαφούς ορισμού για την κακόβουλη συμμόρφωση (malicious compliance) είναι δύσκολη. Σε γενικές γραμμές σκιαγραφεί την πρακτική της κυριολεκτικής τήρησης οδηγιών ή εντολών, παρότι υπάρχει η γνώση ότι η σχετική συμμόρφωση δεν θα φέρει το επιδιωκόμενο αποτέλεσμα σε σχέση με αυτό που επιθυμεί ο διευθυντής ή η διοίκηση. Ένας  εργαζόμενος για να θεωρηθεί ότι ασκεί πρακτική κακόβουλης συμμόρφωσης πρέπει να επιθυμεί ή να σκοπεύει πραγματικά να προκαλέσει επιβλαβή ή χαοτικά αποτελέσματα με τις ενέργειές του, να ταπεινώσει ή να απειλήσει την καθιερωμένη δομή εξουσίας του οργανισμού. Κάποιος που απλώς τηρεί αυστηρά τους κανόνες δεν λειτουργεί στο πλαίσιο της  κακόβουλης συμμόρφωσης, καθώς σημασία δίνεται στην πρόθεση του εργαζομένου. Στην πράξη ο εργαζόμενος γνωρίζει ότι η οδηγία που του δίνεται είναι εσφαλμένη και ότι ο προϊστάμενός του έκανε λάθος, και παρόλα αυτά επιλέγει να ακολουθήσει την εν λόγω εντολή με τρόπο που να υπονομεύει την πρόθεσή του. Σαν συμπεριφορά, αποτελεί μια μορφή παθητικής επιθετικότητας (μία άδηλη, έμμεση επιθετικότητα, με την οποία εκφράζονται δύσκολα συναισθήματα, όπως ο θυμός ή η αδικία). 

Για την αποτελεσματική λειτουργία της επιχείρησης, η κατανόηση της κακόβουλης συμμόρφωσης και ο εντοπισμός τόσο των ευκαιριών όσο και των περιπτώσεων αυτής της συμπεριφοράς είναι ζωτικής σημασίας. Το κλειδί της κακόβουλης συμμόρφωσης, σε αντίθεση με την ανυπακοή, είναι ότι ένας εργαζόμενος χρησιμοποιεί την πολιτική της εταιρείας εναντίον της, ακολουθώντας την κατά γράμμα. Αφορά δηλαδή ζητήματα που σχετίζονται με την προσεκτική διατύπωση και τη σημασιολογία. Από τη νομική οπτική, ο κακόβουλα υπάκουος εργαζόμενος δεν έχει παρακούσει. Ο εργαζόμενος παραμένει εντός του νομικού πλαισίου, αφού ακολουθεί τους κανόνες, αλλά εξακολουθεί να είναι σε θέση να βλάψει την εταιρεία. Η προέλευση της κακόβουλης συμμόρφωσης στις περισσότερες περιπτώσεις είναι η επιβολή άδικων μέτρων στους υφισταμένους. Υπάρχει φυσικά διακύμανση ως προς το εύρος των αρνητικών επιπτώσεων. Μπορεί για παράδειγμα ο εργαζόμενος να επιδιώκει απλώς να  φέρει σε δύσκολη θέση τον άμεσο προϊστάμενό του με τον οποίο έχει μια προσωπική διαφωνία, αλλά μπορεί κάποιος να επιθυμεί να βλάψει τη φήμη ολόκληρης της εταιρείας ακολουθώντας αυστηρά τις προτεινόμενες οδηγίες που όμως θα εξοργίσουν τους πελάτες. Ένας εργαζόμενος μπορεί επίσης να χρησιμοποιήσει αυτή την τεχνική για να ενισχύσει ένα επιχείρημα προς μία θετική αλλαγή (π.χ. τροποποίηση κανόνων της εταιρείας ή διαγραφή κάποιας ανεπιθύμητης ρήτρας) ενάντια σε άδικες καταστάσεις ή ακόμη και για να επισημάνει την ανικανότητα στην ιεραρχία της εταιρείας. 

Η κακόβουλη συμμόρφωση συνήθως είναι αποτέλεσμα κακών πρακτικών διαχείρισης, εμφανίζεται ως σύμπτωμα ενός μεγαλύτερου προβλήματος και συνδέεται με άλλα χαρακτηριστικά, όπως η κακή διαχείριση σχέσεων, η τάση για μικροδιοίκηση και οι ελλιπείς ηγετικές ικανότητες. Περιστατικά κακόβουλης συμμόρφωσης μπορεί να προκαλέσουν διάρρηξη της εμπιστοσύνης, να δυσχεράνουν την εικόνα της επιχείρησής και να επηρεάσουν τις πελατειακές σχέσεις. Εάν οι υπάλληλοί αισθάνονται απογοητευμένοι από τους ισχύοντες κανονισμούς τότε μάλλον είναι μια καλή ευκαιρία για την αναδιαμόρφωση αυτών, σαν πρόληψη για την καταστολή της εμφάνισης περιστατικών κακόβουλης συμμόρφωσης. Στόχος είναι οι εργαζόμενοι να ενθαρρύνονται να αναφέρουν ο,τιδήποτε τους προκαλεί αβεβαιότητα σε σχέση με την επαγγελματική τους δράση ή τον ενδεδειγμένο τρόπο λειτουργίας σε μια δεδομένη κατάσταση. Η αποτελεσματική επικοινωνία και σε αυτήν την περίπτωση έχει κυρίαρχο ρόλο.

Διάβασε ακόμα:

Τεχνολογία και υπάλληλοι μεγαλύτερης ηλικίας

Οι 10 συνιστώσες της εργασιακής ικανοποίησης

Ο μάνατζερ “γλάρος”: το στυλ διοίκησης που πρέπει να αποφύγεις