Μια από τις πιο γνωστές μελέτες της αυτοεκπληρούμενης προφητείας σε διαπροσωπικό επίπεδο πραγματοποιήθηκε από τους Robert Rosenthal (κοινωνικός ψυχολόγος) και Lenore Jacobson (διευθύντρια δημοτικού σχολείου) στα τέλη της δεκαετίας του 1960. 

Σε αυτή τη μελέτη, οι ερευνητές δημιούργησαν τις κατάλληλες συνθήκες ώστε οι εκπαιδευτικοί της τάξης να πιστέψουν ότι κάποιοι από τους μαθητές ήταν “δυνητικά ανερχόμενοι”, και θα παρουσίαζαν βελτίωση των επιδόσεων τους κατά τη διάρκεια του σχολικού έτους. Στην πραγματικότητα, οι μαθητές αυτοί επιλέχθηκαν τυχαία από τους ερευνητές και δεν διέφεραν ως προς τις επιδόσεις από τους συμμαθητές τους. Οι πεποιθήσεις που δημιούργησαν οι εκπαιδευτικοί στηρίχτηκαν λοιπόν σε ψευδή δεδομένα και ήταν αρχικά λανθασμένες. Παρ’ όλα αυτά, στο τέλος της σχολικής χρονιάς, οι επιλεγέντες μαθητές είχαν υψηλότερες επιδόσεις συγκρινόμενοι με τους άλλους μαθητές. Τι συνέβη λοιπόν; Οι προσδοκίες των εκπαιδευτικών, τους οδήγησαν σε διαφορετική αντιμετώπιση των μαθητών: τους ενθάρρυναν περισσότερο, τους έδιναν συχνότερα ανατροφοδότηση και περισσότερες ευκαιρίες. Αυτές οι διαφορές στη συμπεριφορά των εκπαιδευτικών ήταν η αλλαγή που οδήγησε τους μαθητές σε καλύτερες επιδόσεις. Η μελέτη αυτή ήταν σημαντική γιατί κατέδειξε τη δυνατότητα των ατόμων να προκαλέσουν, χωρίς να το συνειδητοποιούν τα αποτελέσματα που αναμένουν, αλλάζοντας τη δική τους συμπεριφορά και επηρεάζοντας έτσι τη συμπεριφορά των άλλων. Το συγκεκριμένο φαινόμενο που βασίζεται στη θεωρία της αυτοεκπληρούμενης προφητείας ονομάστηκε «Φαινόμενο του Πυγμαλίωνα ή φαινόμενο του Rosenthal» και σύμφωνα με αυτό όταν ένας διευθυντής, εκπαιδευτικός, ή προϊστάμενος έχει υψηλές προσδοκίες από έναν μαθητευόμενο, τότε αυτός θα αυξήσει την απόδοσή του.

Το φαινόμενο πήρε το όνομά του από τον Πυγμαλίωνα. Σύμφωνα με τον αρχαιοελληνικό μύθο, ο Πυγμαλίωνας ήταν ένας από τους καλύτερους γλύπτες της εποχής του ο οποίος δημιούργησε ένα άγαλμα από ελεφαντόδοντο που παρίστανε τη μορφή μίας γυναίκας. Όταν ολοκλήρωσε το άγαλμα είχε τόσο έντονα συναισθήματα για το δημιούργημά του που παρακάλεσε τη θεά Αφροδίτη να του δώσει ζωή. Όταν η Αφροδίτη εισάκουσε την ικεσία του, το άγαλμα μεταμορφώθηκε σε μία γυναίκα, τη Γαλάτεια, την οποία ο Πυγμαλίωνας παντρεύτηκε. Ακριβώς όπως η αφοσίωση του γλύπτη ζωντάνεψε το άγαλμα, έτσι και η πίστη και αφοσίωση στο έργο μας μπορεί να φέρει τα ποθητά αποτελέσματα και να πραγματοποιήσει τις προσδοκίες μας.

Στο εργασιακό περιβάλλον, το φαινόμενο παρατηρείται όταν οι διευθυντές τείνουν να προσφέρουν στους υφισταμένους τους περισσότερη εμπιστοσύνη, ελευθερία και ευθύνη. Συνεργάζονται στενότερα με τους υπαλλήλους και τους αφήνουν να παίρνουν πρωτοβουλίες, αντί να τους υποδεικνύουν τι να κάνουν. Τα θετικά αποτελέσματα που προκύπτουν είναι:

• Αυξημένη παραγωγικότητα

• Καλύτερα επίπεδα δέσμευσης και παρακίνησης των εργαζομένων

• Αυξημένη ενεργητικότητα

• Αυξημένη ενσωμάτωση με τις στρατηγικές και τους στόχους της εταιρείας

• Καλύτερη αυτοπεποίθηση των εργαζομένων

• Περισσότερη καινοτομία

Τα ακριβώς αντίθετα αποτελέσματα περιγράφει το φαινόμενο Golemσύμφωνα με το οποίο οι χαμηλές προσδοκίες οδηγούν σε μειωμένη προσπάθεια και χαμηλή επίδοση.  Το φαινόμενο Golem έχει μελετηθεί σε σχέση με την εκπαίδευση και έχει οδηγήσει στο συμπέρασμα ότι όταν οι εκπαιδευτικοί έχουν χαμηλές προσδοκίες από τους εκπαιδευόμενους τότε οι επιδόσεις των εκπαιδευόμενων θα είναι χαμηλότερες από το προσδοκώμενο. 

Οι διευθυντές που εμπίπτουν στο φαινόμενο Golem και πιστεύουν ότι ορισμένοι εργαζόμενοι δεν έχουν τις δεξιότητες, τις δυνατότητες ή την προθυμία να επιτύχουν, μπορεί να οδηγηθούν σε αυταρχικό στυλ ηγεσίας και:

• Να θέτουν πιο βραχείες προθεσμίες

• Να αναθέτουν περισσότερα καθήκοντα ρουτίνας

• Να παρακολουθούν τους εργαζόμενους σε τακτική βάση

• Να δίνουν έμφαση στις επιχειρησιακές ανησυχίες αντί για τις στρατηγικές

Με έναν έμμεσο τρόπο καθίσταται σαφές στους υφιστάμενους ότι ο ανώτερος δεν τους εμπιστεύεται, με αποτέλεσμα να απογοητεύονται και να μειώνεται το κίνητρό τους για απόδοση. 

Το πρώτο βήμα για να αποφύγει κανείς το φαινόμενο Golem είναι να το αναγνωρίσει. Στη συνέχεια η ανάπτυξη μεταγνωστικών στρατηγικών μπορεί να βοηθήσει στην κατανόηση της διαδικασίας σκέψης και να συμβάλλει στην αποφυγή εμποδίων  όπως η προκατάληψη, τα στερεότυπα και οι αρνητικές προσδοκίες.

Διάβασε ακόμα:

Γιατί ξοδεύουμε τόσo πολλά χρήματα σε ρούχα;

Είναι οι γιατροί κατάλληλοι για την πολιτική;

Η σημασία των τελετουργιών μετά την απώλεια ενός αγαπημένου προσώπου