Το κλάμα στη ζωή μας παίζει σημαντικό ρόλο και είναι εξαιρετικά χρήσιμο.Έχει περιγραφεί ως «ακουστικός ομφάλιος λώρος», καθώς υποδηλώνει μια συμπεριφορά προσκόλλησης που διασφαλίζει την εγγύτητα του φροντιστή, η οποία ενισχύεται και διατηρείται σε όλη τη διάρκεια της ζωής. Τα βρέφη παρόλο που δεν έχουν πλήρως αναπτυγμένους δακρυϊκούς αδένες, κλαίνε ακουστικά για να ζητήσουν φροντίδα και βοήθεια, ενώ όσο πλησιάζουμε προς την ενηλικίωση τα δάκρυα προκαλούνται όλο και περισσότερο από ένα ευρύτερο φάσμα συναισθημάτων. Παρόλο που το κλάμα είναι κυρίως συνυφασμένο με τον πόνο ή τη θλίψη, συνδέεται τόσο με αρνητικά όσο και με θετικά συναισθήματα. Τα «αρνητικά» δάκρυα εξυπηρετούν κυρίως την ενίσχυση ενός αιτήματος για βοήθεια, ενώ τα «θετικά» δάκρυα παρατηρούνται σε σχέση με σημαντικά κοινωνικά ζητήματα, όπως η συνεισφορά κάποιου, η άνευ όρων αγάπη, ο αλτρουισμός, η αυτοθυσία κ.ο.κ..Το κλάμα συχνά μας παρακινεί να έρθουμε σε περισσότερη επαφή με τα συναισθήματά μας, να τα επεξεργαστούμε και να τα διερευνήσουμε. 

Όταν οι άνθρωποι μιλούν για κλάμα, συνήθως αναφέρονται στα συναισθηματικά δάκρυα. Τα συναισθηματικά ή ψυχικά δάκρυα αναβλύζουν ως απάντηση σε έντονα συναισθήματα που μεταξύ άλλων σχετίζονται με την απώλεια, την αγωνία, τη συμπόνια, τον σωματικό πόνο, την κοινωνική ηθική κ.ά. Αν και υπάρχουν ενδείξεις ότι η προδιάθεση για το κλάμα είναι σε κάποιο βαθμό γενετικά καθορισμένη, το πιθανότερο είναι ότι έχουμε περισσότερο έλεγχο από ότι ίσως πιστεύουμε. Υπάρχουν επίσης διαφορές που σχετίζονται με το φύλο και την ηλικία. Η σχετική έρευνα βρίσκεται σε συνεχή εξέλιξη, ωστόσο ήδη γνωρίζουμε ότι τα συναισθηματικά δάκρυα επηρεάζονται από βιολογικούς, ψυχολογικούς και κοινωνικούς παράγοντες. Η χημεία τους είναι διαφορετική από εκείνη των δακρύων που υγραίνουν και προστατεύουν τα μάτια σας. Τα συναισθηματικά δάκρυα περιέχουν επιπλέον ορμόνες και πρωτεΐνες που δεν υπάρχουν στα βασικά δάκρυα, τα οποία λειτουργούν ως προστατευτική ασπίδα για τα μάτια (λιπαίνουν, θρέφουν και προστατεύουν τον κερατοειδή) ή στα αντανακλαστικά δάκρυα, τα οποία ενεργούν ως φυσική αντίδραση ή άμυνα σε επιβλαβή ερεθίσματα. Παρόλο που πολλά ζώα δακρύζουν, τα δάκρυα ως απάντηση στα συναισθήματα χαρακτηρίζονται ως ένα ανθρώπινο φαινόμενο και παίζουν ουσιαστικό ρόλο στην επικοινωνία.Αν χάσουμε την ικανότητά μας να κλαίμε θα χάσουμε ένα μεγάλο μέρος από την ικανότητα μας να αισθανόμαστε και να αναζητούμε παρηγοριά.

Τα συναισθηματικά δάκρυα προάγουν την ενσυναίσθηση και επιτρέπουν στους ανθρώπους να συνδεθούν και να παρέχουν βοήθεια και στήριξη. Οι άνθρωποι μάλιστα με υψηλή ενσυναίσθηση είναι πιθανότερο να κλάψουν ανταποκρινόμενοι στα δάκρυα άλλων ανθρώπων. Παρόλα αυτά μια κοινή αντίδραση στο κλάμα είναι η προσπάθειά μας να το περιορίσουμε. Εκφράσεις όπως «σσσσ μην κλαις» ή «σταμάτα να κλαίς» πιθανόν να είναι οικείες σε πολλούς από εμάς είτε επειδή τις έχουμε ακούσει είτε επειδή τις έχουμε χρησιμοποιήσει. Στην πραγματικότητα τέτοιες φράσεις λειτουργούν ανασταλτικά σαν να μεταφέρουμε στους άλλους μηνύματα όπως «σταμάτα να εκφράζεις τα συναισθήματά σου με το κλάμα, με κάνει να νιώθω άβολα» ή «τα συναισθήματά σου κάνουν τους ανθρώπους να νιώθουν άβολα». Τέτοιες αντιδράσεις οικοδομούν και υποστηρίζουν ένα σύστημα πεποιθήσεων που εσωτερικεύεται και λανθασμένα κωδικοποιεί το κλάμα ως ένδειξη αδυναμίας συνδέοντας το με ζητήματα αυταξίας. Στην πραγματικότητα το κλάμα είναι μια φυσική, ανθρώπινη αντίδραση, απαραίτητη για την συναισθηματική έκφραση και ισορροπία.

Ωστόσο, παρά τις έρευνες που υποστηρίζουν ότι το κλάμα έχει επίσης «καταπραϋντικές» ιδιότητες (πιθανώς με τη διέγερση του παρασυμπαθητικού νευρικού συστήματος που διευκολύνει τη χαλάρωση ή την απελευθέρωση νευροχημικών, όπως ενδορφίνες και ωκυτοκίνη που διευκολύνουν τη σύνδεση) δεν είναι σίγουρο ότι θα μας κάνει απαραίτητα να νιώσουμε καλύτερα εκείνη τη στιγμή, μερικοί μάλιστα μπορεί να βιώσουν ακόμη και επιδείνωση της διάθεσής τους. Η γενικότερη συναισθηματική μας κατάσταση, το επίπεδο ελέγχου στις συνθήκες που προκαλούν το κλάμα, και η ανταπόκριση των άλλων φαίνεται να παίζουν σημαντικό ρόλο. Το κλάμα είναι πιο πιθανό να λειτουργήσει θετικά όταν προκαλέσει τη συναισθηματική υποστήριξη ή αποτελέσει το έναυσμα για να κατανοήσουμε καλύτερα τα συναισθήματά μας και να τα μοιραστούμε. Άτομα που προσπαθούν να συγκρατήσουν τα δάκρυά τους ή κλαίνε σε ένα μη υποστηρικτικό κοινωνικό περιβάλλον είναι λιγότερο πιθανό να αισθανθούν καλύτερα μετά το κλάμα. 

Από την άλλη πλευρά, το συχνό, ανεξέλεγκτο ή ανεξήγητο κλάμα μπορεί να είναι συναισθηματικά και σωματικά εξουθενωτικό επιδρώντας αρνητικά στη λειτουργικότητα ή τη σχέση μας με τους άλλους. Σε αυτό το πλαίσιο μπορεί να προκαλείται από ορμονικά, νευρολογικά ή ψυχολογικά αίτια που απαιτούν την παροχή εξειδικευμένης φροντίδας.